Η ήττα του Τραμπ και τα όρια του οικονομικού εθνικισμού
Η απώλεια του Κογκρέσου πλήττει την αξιοπιστία του τραμπισμού ως κυβερνητικής πρότασης. Οι συνέπειες εκτείνονται από το Ιράν και την Ουκρανία μέχρι την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, χωρίς να προδικάζουν την υποχώρησή της.
ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τον έλεγχο Βουλής και Γερουσίας στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ανατρέποντας τουλάχιστον επτά ρεπουμπλικανικές έδρες στη Γερουσία και περισσότερες από 24 στη Βουλή. Στο Τέξας εξέλεξαν γερουσιαστή πρώτη φορά έπειτα από 38 χρόνια, στο Κάνσας από το 1932, ενώ επικράτησαν και στη Νότια Καρολίνα, όπου ο Τραμπ είχε προηγηθεί κατά 18 μονάδες το 2024.
Η οικονομία καθόρισε τη μεταστροφή. Σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους χαρακτήρισαν σημαντικό το κόστος ζωής και περίπου δύο στους τρεις απέδωσαν στον Τραμπ ευθύνη για τις υψηλές τιμές. Οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν έδαφος μεταξύ νέων και ισπανόφωνων, που είχαν συμβάλει στη νίκη τους το 2024.
Η αποδοκιμασία αφορά την αποτελεσματικότητα του οικονομικού εθνικισμού. Σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης, σχεδόν το 90% της επιβάρυνσης από τους δασμούς του 2025 έπεσε σε αμερικανικές επιχειρήσεις και καταναλωτές. Παράλληλα, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά ότι η φορολογική νομοθεσία μειώνει τους ετήσιους διαθέσιμους πόρους του φτωχότερου 10% κατά 1.214 δολάρια, ενώ αυξάνει εκείνους του πλουσιότερου 10% κατά 13.622, κατά μέσο όρο την περίοδο 2026–2034.
Ο προστατευτισμός, επομένως, δεν εξασφάλισε αυτομάτως καλύτερο εισόδημα. Η προστασία επιχειρήσεων συνδυάστηκε με ακριβότερα προϊόντα και αναδιανομή προς τα υψηλότερα εισοδήματα.
Από τις 3 Ιανουαρίου 2027, οι Δημοκρατικοί θα ελέγχουν τις κοινοβουλευτικές επιτροπές, τις έρευνες και την επικύρωση διορισμών μέσω Γερουσίας. Ο Τραμπ, ωστόσο, διατηρεί το προεδρικό βέτο και σημαντικές εξουσίες στην εξωτερική πολιτική.
Στο Ιράν, η πολεμική εμπλοκή και το ενεργειακό κόστος αυξάνουν την πίεση για συμφωνία, χωρίς να αποκλείουν νέα κλιμάκωση. Στην Ουκρανία, οι συνομιλίες της 10ης–11ης Νοεμβρίου προηγούνται της αλλαγής του Κογκρέσου. Η νέα πλειοψηφία μπορεί αργότερα να επηρεάσει χρηματοδοτήσεις και εγγυήσεις ασφαλείας. Στο Ισραήλ, η εκλογική αδυναμία Νετανιάχου και η αβεβαιότητα για την αμερικανική βοήθεια περιπλέκουν τις εξελίξεις στη Γάζα. Με την Κίνα, η εμπορική εκεχειρία λήγει στις 10 Ιανουαρίου, χωρίς να αίρεται η διακομματική στρατηγική αντιπαράθεση.
Στην Ευρώπη, η αμερικανική ήττα αποδυναμώνει το τραμπικό πρότυπο, όχι αναγκαστικά τους ομοϊδεάτες του. Ο Ορμπάν ηττήθηκε ήδη τον Απρίλιο στην Ουγγαρία. Η Μελόνι αποστασιοποιείται σε ζητήματα Ιράν και Ρωσίας. Αντίθετα, η AfD συγκέντρωσε 43,8% στη Σαξονία-Άνχαλτ και 38,2% στο Μεκλεμβούργο–Δυτική Πομερανία. Λεπέν και Φάρατζ διατηρούν την πολιτική τους δυναμική.
Στη Λατινική Αμερική, ο Λούλα επανεξελέγη με 51,79% έναντι 48,21% του Φλάβιο Μπολσονάρου, ενώ η αμερικανική στήριξη των 20 δισ. δολαρίων προς τον Μιλέι ενδέχεται να αντιμετωπίσει αυστηρότερο έλεγχο. Για την Κούβα δεν προκύπτει ακόμη αλλαγή της πολιτικής κυρώσεων.
Ο τραμπισμός ηττήθηκε εκεί όπου υποσχέθηκε προστασία: στο εισόδημα και στην οικονομική ασφάλεια. Η ευρωπαϊκή του εκδοχή αντιμετωπίζει την ίδια αντίφαση. Όσο όμως οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν αναπάντητες, η αποτυχία του οικονομικού εθνικισμού δεν εγγυάται την εξαφάνισή του. Μπορεί απλώς να προετοιμάσει την επόμενη εκδοχή του.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
