Μια γενιά στους δρόμους – και η τυφλή βία που αλλάζει τους όρους της διαμαρτυρίας
Από τα Τίρανα ως το Παρίσι, τις Βρυξέλλες και το Μιλάνο, διαμορφώνεται πλέον ένα ευρωπαϊκό κύμα νεανικής κοινωνικής αμφισβήτησης. Δεν πρόκειται για ενιαίο κίνημα, ούτε για κοινή πολιτική οργάνωση. Τα αιτήματα όμως συγκλίνουν: κόστος σπουδών, υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, ακριβή ζωή, ανεργία, αβέβαιο μέλλον, ανισότητα.
Στην Αλβανία, η «Επανάσταση των Φλαμίνγκο» έδωσε το πρώτο υπόστρωμα. Ξεκίνησε από τη Νάρτα–Ζβέρνετς, την προστασία της ακτής και τις μεγάλες τουριστικές επενδύσεις. Όταν μπήκαν μαζικά οι φοιτητές, όμως, η κινητοποίηση άλλαξε μέγεθος και περιεχόμενο: δεκάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους των Τιράνων στις 14 Οκτωβρίου, με αιτήματα για το κόστος της εκπαίδευσης, τις πανεπιστημιακές συνθήκες, την εργασία και τη διαφθορά.
Στη Γαλλία, η αφετηρία ήταν επίσης κοινωνική. Σχολεία χωρίς επαρκείς εκπαιδευτικούς, υποδομές που υποβαθμίζονται, ανισότητες και περιορισμένες δημόσιες δαπάνες. Στις 17 Οκτωβρίου, το Reuters κατέγραψε εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές σε ολόκληρη τη χώρα, με συμμετοχή φοιτητών, εργατικών οργανώσεων και πολιτών που διαμαρτύρονται για το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Στις Βρυξέλλες, νέοι κατέβηκαν στους δρόμους για το κόστος της εκπαίδευσης και τις μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη παιδεία, δηλώνοντας ευθέως ότι επηρεάζονται από όσα συμβαίνουν στη Γαλλία. Στο Μιλάνο, αντίστοιχη κινητοποίηση για το κόστος ζωής και τον πόλεμο εξελίχθηκε σε επεισόδια, με μασκοφόρους, λεηλασίες και φωτιές.
Και εδώ εμφανίζεται ένα δεύτερο, εξίσου ενδιαφέρον μοτίβο.
Στα Τίρανα, στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες και στο Μιλάνο, μεγάλες κατά βάση ειρηνικές συγκεντρώσεις συνοδεύονται, κάποια στιγμή, από ομάδες μασκοφόρων που επιτίθενται σε αστυνομία, τράπεζες, δημόσια κτίρια και επιχειρήσεις. Η βία καταλαμβάνει αμέσως το κέντρο της δημόσιας συζήτησης, τα κοινωνικά αιτήματα περνούν σε δεύτερο πλάνο και η κρατική απάντηση μετατοπίζεται από τη διαπραγμάτευση στην αποκατάσταση της τάξης.
Η εικόνα θυμίζει αναπόφευκτα την Αθήνα της 12ης Φεβρουαρίου 2012, τη νύχτα που η Βουλή ψήφιζε το δεύτερο Μνημόνιο. Ενώ δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωναν στο κέντρο της Αθήνας, ξέσπασαν εκτεταμένα επεισόδια και πυρκαγιές σε τουλάχιστον δέκα κτίρια. Το Reuters κατέγραψε τότε τράπεζες, καταστήματα και ιστορικά κτίρια να καίγονται την ώρα της κρίσιμης κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας.
Η σύγκριση έχει πολιτικό ενδιαφέρον, αλλά και όρια.
Δεν υπάρχει σήμερα τεκμηρίωση ότι οι εμπρησμοί στα Τίρανα ή στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις αποτελούν οργανωμένο κρατικό ή παρακρατικό σχέδιο για την εκτόνωση και απονομιμοποίηση της διαμαρτυρίας. Στην Αλβανία, το Reuters καταγράφει μασκοφόρους να επιτίθενται στην αστυνομία, αλλά δεν έχει προκύψει αξιόπιστη απόδειξη για το ποιος τους οργανώνει. Η κυβέρνηση Ράμα μιλά για πολιτική υποκίνηση και «ξένα κέντρα», χωρίς μέχρι στιγμής να έχει παρουσιάσει δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν κεντρική καθοδήγηση.
Η αμερικανική πρεσβεία στα Τίρανα παρενέβη στις 17 Οκτωβρίου καλώντας σε ειρηνική διαμαρτυρία και «όλες τις πλευρές» σε αυτοσυγκράτηση. Η ανακοίνωση από μόνη της δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο από ανησυχία για την κλιμάκωση. Σε συνδυασμό όμως με τη μετατόπιση του δημόσιου ενδιαφέροντος από τα κοινωνικά αιτήματα στις φωτιές, επαναφέρει ένα παλιό πολιτικό ερώτημα: ποιος τελικά ωφελείται όταν μια μαζική κοινωνική κινητοποίηση μετατρέπεται σε εικόνα χάους;
Το βέβαιο είναι ότι η βία αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Προσφέρει στις κυβερνήσεις λόγο για αυστηρότερη αστυνόμευση, συσπειρώνει ένα μέρος της κοινωνίας γύρω από την ανάγκη αποκατάστασης της τάξης και δυσκολεύει τη διεύρυνση των κινητοποιήσεων σε πολίτες που μπορεί να συμμερίζονται τα αιτήματα αλλά δεν θέλουν να συνδεθούν με εμπρησμούς και λεηλασίες.
Κάπως έτσι μπορεί να ανακοπεί μια ογκούμενη κοινωνική διαμαρτυρία χωρίς να έχει ικανοποιηθεί κανένα από τα αιτήματά της.
Αυτό δεν αποδεικνύει σχέδιο. Αποδεικνύει όμως έναν μηχανισμό πολιτικής λειτουργίας της βίας: είτε είναι αυθόρμητη είτε οργανωμένη, είτε προέρχεται από περιθωριακές ομάδες είτε όχι, συχνά καταλήγει να αλλάζει το αντικείμενο της συζήτησης. Από το «γιατί διαμαρτύρονται τόσοι άνθρωποι;» στο «πώς θα σταματήσουν οι ταραχές;».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
