Σάββατο 19.09.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Η αυτοθυσία του Κώστα Γεωργάκη - 56 χρόνια μετά (19/09/1970 – 19/09/2026)

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
18 Σεπτεμβρίου 2026 / 11:15

Μνήμη - χρόνος - τόπος

Η δεκαετία του ’60 χαρακτηρίστηκε από τους αγώνες των λαών για την επαναπόκτηση των δικαιωμάτων τους, μέσα σε συνθήκες ανελέητης καταστολής. Σωστά, λοιπόν, η χρονική αυτή περίοδος αναφέρεται ως εποχή του Συλλογικού Αγώνα.

Υπήρξε όμως ένας νεαρός φοιτητής στην Ιταλία, Έλληνας, Κερκυραίος, ο οποίος διαφοροποιήθηκε. Ως ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης, προσέφερε την ίδια του τη ζωή, με πλήρη επίγνωση, στις ανάγκες του Αγώνα. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους προχωρούσε σε αυτή την πράξη μέσα από δύο επιστολές που άφησε πίσω του: μία προς τον πατέρα του και μία προς τον φίλο του, τον Μιχάλη Γιαννακάκη από το Ηράκλειο της Κρήτης.

Η ακραία αυτή πράξη του, η «αυτοπυρπόληση», η οποία για τον ίδιο αποτελούσε αυτοθυσία, ως μορφή διαμαρτυρίας και αντίστασης, τον έφερε αντιμέτωπο με ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής.

Πρώτα και κύρια, με την οικογένειά του.

Πρέπει να σας επιβεβαιώσω —γιατί το έζησα δις, και με την «Υπόθεση Γιαν Πάλαχ»— ότι οι μόνοι άνθρωποι που πραγματικά υποφέρουν και των οποίων η «πληγή» δεν κλείνει ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν, είναι οι γονείς και τα αδέλφια.

Όλοι εμείς οι άλλοι...

«Ξένος πόνος, ξώδερμα».

Αμέσως μετά έρχεται η Εκκλησία.

Η Εκκλησία θεωρεί την πράξη ως αυτοχειρία και όχι ως αυτοθυσία. Παρ’ όλα αυτά, στην περίπτωση του Γεωργάκη, οι εκπρόσωποι της πίστης μας έδειξαν μεγάλη ευαισθησία και περιέβαλαν —θα έλεγα— με μεγάλη κατανόηση και στοργή τόσο την ακραία αυτή πράξη όσο και τον χαροκαμένο πατέρα, Σπύρο Γεωργάκη.

Αμέσως μετά έρχεται ο κατασταλτικός μηχανισμός του δικτατορικού κράτους.

ΚΥΠ, Υπουργείο Εξωτερικών, Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, Πρεσβεία, Προξενείο, διπλωματικοί ακόλουθοι, Ιταλοί και Έλληνες πληροφοριοδότες.

Και, βεβαίως, η «Λέγκα» των Ελλήνων φοιτητών, που συνέπλεε με το δικτατορικό καθεστώς, με προφανή οφέλη και διευκολύνσεις, όταν αποκαλύπτονταν ως πληροφοριοδότες, οι Συνταγματάρχες τούς έφερναν με «μεταγραφή» στη Μητέρα Πατρίδα.

Εμείς, οι Ιταλοτραφείς, αποκαλούσαμε γενικότερα αυτούς τους μεταγραφόμενους «αλεξιπτωτιστές».

Η Τράπεζα της Ελλάδος έπαιρνε εντολή αυθημερόν και έκοβε το συνάλλαγμα στον «άτακτο» φοιτητή. Η Στρατολογία έκοβε την αναβολή του και τον καθιστούσε λιποτάκτη. Τα όργανα της τάξης καλούσαν τους γονείς για εκφοβισμό. Υπήρχε, δηλαδή, οργάνωση. Δεν ήταν παίξε-γέλασε.

Τέλος, η ακραία αυτή πράξη αντίστασης του Κώστα Γεωργάκη —η προσφορά, εν ολίγοις, του υπέρτατου αγαθού, δηλαδή της ίδιας της ζωής του— έφερε σε δύσκολη θέση ακόμη και τις αντιδικτατορικές, φοιτητικές και αντιστασιακές οργανώσεις.

Έπρεπε, με κάποιον τρόπο, να εξαφανιστεί ο καμένος και νεκρός Γεωργάκης. Και μαζί του, να εξαφανιστεί και η ίδια η πράξη αντίστασής του. Δεν συγκρίνεται η ζωή κάποιου και η πράξη αυτοθυσίας του με την ντουντούκα ή με μια δεκάλεπτη παρέμβαση ομιλίας εκπροσώπων της αντίστασης σε μια κομματική ιταλική εκδήλωση.

Είχε κάνει ζημιά στο κίνημα της αντίστασης.

Τα μεγέθη πλέον ήταν μετρήσιμα.

Το «θα δούμε», το «θα κάνουμε», το «εν πάση περιπτώσει αγωνιζόμαστε» φάνταζαν ρηχά και εύθραυστα.

Οπότε...

Τσιμουδιά.

Δεν μπορούσαν να τον ξεγελάσουν ή να τον αμφισβητήσουν για την πορεία του κινήματος και του Αγώνα, για το πώς προχωρούσε και πού οδηγούνταν.

Γιατί ο Κώστας Γεωργάκης ήταν Γραφείο Τύπου της οργάνωσης της Ένωσης Κέντρου στη Γένοβα.

Ήξερε τα πάντα από πρώτο χέρι.

Εκεί, όμως, που φάνηκαν ανύπαρκτοι οι αγωνιστές σύντροφοι του Κώστα —και αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση— ήταν στη χρονική περίοδο από τις 23/09/1970, όταν γίνεται η περιφορά του στη Γένοβα και η πομπή καταλήγει στο Μνημειακό Νεκροταφείο του Σταλιένο, μέχρι τις 13 Ιανουαρίου 1971, όταν, τέσσερις ολόκληρους μήνες αργότερα, η σορός του μεταφέρεται τελικά στην Ελλάδα.

Η σορός του Κώστα παραμένει για τέσσερις ολόκληρους μήνες σε μια παράγκα.

Και τελικά, στις 13 Ιανουαρίου του νέου έτους, αναχωρεί για τον Πειραιά.

Τα ξημερώματα της 18ης Ιανουαρίου φτάνει στο λιμάνι της Κέρκυρας, με τελικό προορισμό το Α΄ Δημοτικό Νεκροταφείο στη Γαρίτσα.

Τέσσερις μήνες.

Τέσσερις ολόκληροι μήνες οι αντιστασιακοί συναγωνιστές του Κώστα δεν βγάζουν άχνα.

Εκτός από ένα δημοσίευμα στο περιοδικό GRECIA.

Δηλαδή, δεν ασκήθηκε καμία πίεση ώστε να δημοσιοποιηθεί το γεγονός και να απαιτηθεί η επιστροφή του νεαρού συμφοιτητή και συναγωνιστή τους στο σπίτι του, στους δικούς του ανθρώπους, ώστε να βρει γαλήνη ο ίδιος —και, πάνω απ’ όλα, η οικογένειά του. Μόνος ο πατέρας Γεωργάκης παλεύει εκλιπαρώντας, εν μέσω εκβιασμών και απειλών να του φέρουν το παιδί του να το θάψει στην Ελλάδα.

Και πάλι, αργότερα, μέσα στη μέθη της μεταπολίτευσης, η θυσία του νεομάρτυρα Κώστα Γεωργάκη «ξεχάστηκε».

Πολλές αναφορές έγιναν για πολιτικά οφέλη.

Όμως κανένας δεν μπήκε στον κόπο ή δεν βρήκε το θάρρος να σταθεί απέναντι στην ουσία της πράξης του.

Γιατί η πράξη του Κώστα Γεωργάκη δεν βόλευε κανέναν.

Δεν βόλευε τη Δικτατορία, γιατί αποκάλυπτε στον κόσμο πως απέναντί της υπήρχαν άνθρωποι αποφασισμένοι να πληρώσουν ακόμη και με τη ζωή τους.

Δεν βόλευε όσους ήθελαν μια αντίσταση ελεγχόμενη, προβλέψιμη και ακίνδυνη.

Και ίσως δεν βόλευε ούτε εκείνους που αργότερα θα ήθελαν να αξιοποιήσουν πολιτικά τη μνήμη του, χωρίς να αναμετρηθούν πραγματικά με το βάρος της θυσίας του.

Γιατί ο Γεωργάκης δεν άφησε πίσω του μια απλή πολιτική δήλωση.

Άφησε ένα τεράστιο ερωτηματικό. Και το ερωτηματικό αυτό παραμένει.

Τι σημαίνει πραγματικά αγώνας;

Τι σημαίνει αντίσταση όταν δεν υπάρχει κανένα προσωπικό όφελος;

Τι σημαίνει να πιστεύεις τόσο βαθιά σε κάτι, ώστε να είσαι έτοιμος να πληρώσεις το υπέρτατο τίμημα;

Δεν είμαι εγώ εκείνος που θα απαντήσει.

Ούτε έχω το δικαίωμα να εξιδανικεύσω τον θάνατο ενός νέου ανθρώπου. Έχω όμως το δικαίωμα —και ίσως την υποχρέωση— να θυμάμαι.

Να θυμίζω.

Και να ρωτώ.

Γιατί ο Κώστας Γεωργάκης δεν ήταν ένα σύμβολο φτιαγμένο εκ των υστέρων.

Ήταν ένας 22χρονος Κερκυραίος, ένας φοιτητής, ένας νέος άνθρωπος που πήρε μια ακραία απόφαση μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.

Και ακριβώς γι’ αυτό η μνήμη του δεν πρέπει να γίνει ούτε κομματικό λάβαρο ούτε επετειακή κορνίζα.

Πρέπει να παραμείνει ενοχλητική.

Να μας ενοχλεί.

Να μας υποχρεώνει να κοιτάμε κατάματα την εποχή εκείνη, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Γιατί η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν υπάρχουν τανκς στους δρόμους.

Κινδυνεύει και όταν οι άνθρωποι συνηθίζουν τη σιωπή.

Όταν ο φόβος γίνεται καθημερινότητα.

Όταν η αδικία περνά απαρατήρητη.

Όταν η μνήμη γίνεται σύνθημα χωρίς περιεχόμενο.

Και κυρίως όταν η θυσία ενός ανθρώπου χρησιμοποιείται, αλλά η ουσία της πράξης του αποσιωπάται.

56 χρόνια μετά, ο Κώστας Γεωργάκης δεν χρειάζεται αγιογραφίες.

Χρειάζεται αλήθεια.

Χρειάζεται να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη.

Ποιοι στάθηκαν δίπλα του.

Ποιοι σιώπησαν.

Ποιοι φοβήθηκαν.

Ποιοι τον θυμήθηκαν όταν τους ήταν χρήσιμος.

Και ποιοι τον ξέχασαν όταν έπαψε να τους είναι χρήσιμος.

Γιατί η μνήμη δεν είναι στεφάνι.

Η μνήμη είναι ευθύνη.

Και σήμερα, 56 χρόνια μετά, μπροστά στον τάφο του Κώστα στη Γαρίτσα, ίσως το μόνο τίμιο που μπορούμε να πούμε είναι:

Κώστα, δεν έχουμε το δικαίωμα να σε ξεχάσουμε.

Όχι επειδή πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι με την πράξη σου.

Αλλά επειδή πρέπει να έχουμε το θάρρος να την καταλάβουμε.

Να την αναζητήσουμε μέσα στην εποχή της.

Να αναμετρηθούμε με τα κίνητρα, τις συνέπειες, τη σιωπή που ακολούθησε και —πάνω απ’ όλα— με τον άνθρωπο που βρισκόταν πίσω από το σύμβολο.

Έναν νέο άνθρωπο.

Έναν Κερκυραίο.

Έναν Έλληνα.

Τον Κώστα Γεωργάκη.

Και ίσως τότε, μόνο τότε, η μνήμη του να έχει πραγματικά δικαιωθεί.

19 Σεπτεμβρίου 1970 – 19 Σεπτεμβρίου 2026

56 χρόνια μετά: 

Δεσπόζουν η κοινωνική αδικία, το σπαραχτικό και η λαχτάρα, ενώ η δημόσια ζωή της πατρίδας μας είναι πλημμυρισμένη από «απύθμενες μετριότητες» πολιτικών και από ανθρώπους με «ελαστική συνείδηση».

Και η μνήμη παραμένει.

Κώστας Γ. Παπούτσης:

Ερευνητής, συγγραφέας και εκδότης της «Υπόθεσης Κώστα Γεωργάκη».

Email: [email protected]

ΝΗΣΙΔΕΣ - Ανθρώπινη δάδα για τη Δημοκρατία

 

 

 

 

Εμφανίσεις: 920