Δευτέρα 29.06.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Η μεγάλη θερινή παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. «Βενετσιάνικες Μπαρούφες» - Ο Πέτρος Γάλλιας αποκαλύπτει στην «Ε»

ΒΕΝΕΤΣΙΑΝΙΚΕΣ ΜΠΑΡΟΥΦΕΣ
18 Ιουνίου 2026 / 17:06
ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Το εμβληματικό «Le Baruffe Chiozzotte», του μέγιστου Carlo Goldoni, αναβιώνει διασκευασμένο στο Mon Repos Ιούλιο και Αύγουστο, ξυπνώντας… μνήμες «Καμπιέλου»

ΚΕΡΚΥΡΑ. «LE BARUFFE», βενετσιάνικο. Kαυγάδες, σημαίνει. Τσακωμοί. Λαϊκοί, της γειτονιάς. Της κάθε μέρας. Με λόγο αδέξιο, τ’ αέρα, δίχως ειρμό ή λογική. Με την αλήθεια τσακωμένο. Και φιλιωμένο με την ίντριγκα... Κάποτε στην Chioggia, στα νότια του Βένετου˙ ξημέρωμα. Ένα ψαροχώρι, στις εκβολές της λιμνοθάλασσας. Δυο φαμελιές. Μια κοινωνία. Λίγοι οι άνδρες, πολλές οι αστεφάνωτες. Κύρηδες, κυράδες, σύζυγοι, αρραβωνιάρηδες και υποψήφιοι μνηστήρες. Έρωτες, παρεξηγήσεις και μαλώματα, ευδαιμονούσες άγνοιες και ακανθώδεις πονηράδες, αρμύρα και κουβέντες. Πάθη. Πόθοι. Και σπίρτο αναμμένο. Μόνιμα, στα καλά του καθουμένου - κι άντε, μετά, να βάλεις τάξη. Ή, μήπως, δε χρειάζεται; Χιούμορ. Ρεαλισμός. Και άνθρωποι. Λαϊκοί, αυθεντικοί. Με τα στραβά και τα καλά τους. Σκιαγραφούμενοι. Ηθογραφούμενοι. Ψυχογραφούμενοι...

ΑΝ ο «πολύς» Carlo Goldoni κατεγράφη ως ο «μεταρρυθμιστής» της ιταλικής κωμωδίας, περνώντας απ’ τη φάρσα της Commedia dell’ arte στο σύγχρονο ρεαλιστικό θέατρο, των δομημένων χαρακτήρων - καταστάσεων, μια απ’ τις, διαχρονικά, δημοφιλέστερες εκφάνσεις της μετάβασης, υπήρξε, αναντίρρητα, ελόγου της...

 «Le Baruffe Chiozzotte» (Οι μπαρούφες / καυγάδες της Κιότζα)

Καλοκαίρι, Ιούλιο και Αύγουστο (3-6/7 και 1-5/8), στο Mon Repos (θέατρο «Ρ. Βλαχοπούλου»), 14 πρωταγωνιστές, υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Πέτρου Γάλλια, αναβιώνουν, σε μετάφραση Άκη Χειρδάρη και παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., το μύθο. Σε διασκευή, ως...

«Βενετσιάνικες Μπαρούφες»

ΒΕΝΕΤΣΙΑΚΙΚΕΣ, στο γενικότερο. Πιο, για το κερκυραϊκό «αφτί», οικείο απ’ το ειδικό, «της Κιότζια»˙ ένα τοπωνύμιο κάπως “ξένο” για το εδώ ακροατήριο. Συνολικά, εξάλλου», τονίζει στο «ΕΝ» ο Πέτρος Γάλλιας, «θέλησα να μείνω πιο κοντά στην πρωτογενή, βενετσιάνικη “ορολογία”. Το ίδιο και στα ονόματα των ρόλων» Βενετσιάνικα...

ΜΟΙΑΖΕΙ τυπικό. Είναι κάτι παραπάνω: η τροχιοδεικτική ρανίδα μιας ευρύτερα «άλλης» προσέγγισης, δομημένης, σε δεύτερο επίπεδο, επί μιας αρκούντως γνώριμης διασκευαστικής συνθήκης για το καλλιτεχνικό modus του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Bonus κείμενα, παρεμβάσεις και στίχοι του σκηνοθέτη, ρόλοι, τραγούδια, μουσικές, «ζητώντας, όπως πάντα, μ’ όλη την αγάπη και το σεβασμό στο πρωτότυπο, να “ζωντανέψουμε” το κείμενο του Goldoni, όπως αποδίδεται στη μετάφραση του Άκη Χειρδάρη - μια πανέμορφη μετάφραση, όχι απ’ τα ιταλικά στα ελληνικά, αλλά απ’ τα βενετσιάνικα στα κερκυραϊκά». Ουσιώδης διαφορά...

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ, μια στροφή. Κατά το σύνορο του -αγαπημένου του- μουσικού θεάτρου, «το οποίο εκτιμώ ότι το “θέλει” ο Goldoni. To “ζητάει”. Του “πάει”».Συνεπώς και προς αυτό: την παράδοση του μεγάλου Ενετού στη λεγόμενη opera buffa (μουσικό θέατρο, με διακριτό, εξίσου με την πρόζα του, το κωμικο-σατιρικό, ρεαλιστικό στοιχείο καταστάσεων - χαρακτήρων), την οποία, όχι απλά υπηρέτησε, αλλά αντίστοιχα ανανέωσε...

Όπως και στη χειμερινή «Μαγική μας πόλη», έτσι και τώρα, στις «Μπαρούφες», θα ακολουθεί η συνθήκη της live, επί σκηνής ορχήστρας. Με επιλεγμένους μουσικούς του νησιού (ακορντεόν, βιολί, μαντολίνο, κρουστά), τόσο απ’ το Ιόνιο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Μουσικών Σπουδών), όσο κι εκτός. Η οριστικοποίηση του σχήματος αναμένεται το αμέσως προσεχές διάστημα.

• Να μιλήσουμε ειδικότερα, λεπτομερέστερα;

Π.Γ.: «Φυσικά. Κατ’ αρχάς, στη δική μας προσέγγιση, ενσωματώνονται παραδοσιακές βενετσιάνικες μουσικές. Μουσικές, που, αν κλείσεις τα μάτια και ακούσεις τα ορχηστικά μέρη, νομίζεις πως είναι κερκυραϊκές! Και αυτό είναι τόσο μαγικό...». Οι υπέροχα αδυσώπητοι, προαιώνιοι δεσμοί...

ΕΠΕΙΤΑ, βάσει αυτών των μουσικών, «έγραψα στίχους, νέους στίχους. Που θ’ αποδώσουνε οι ρόλοι, οι ηθοποιοί». Οι κλασικοί, main ρόλοι του Goldoni-κού (sic) προτύπου συν έναν φρέσκο: τον Αντόνιο. «Ένας αλητάκος», εξηγεί, «ένα βενετσιάνικο χαμίνι, που μας μεταφέρει στην εποχή, μας μιλά για την πλοκή, την ουσία του έργου, εμπλέκεται με... δεκάδες ρόλους, βοηθάει στην εξέλιξη - π.χ. γίνεται το παιδί για τις δουλειές». Και, συν τοις άλλοις, υποδέχεται. Τον θεατή. «Σιγοτραγουδώντας», σε ρόλο αφηγητή, ένα καταπληκτικό intro, μέσ’ τη βαθιά, ακόμη, νύχτα, πριν απ’ τη φωτεινή ανατολή άλλης μιας μέρας. Εκεί, στη λιμνοθάλασσα˙ Γάλλια γραφή, του έργου (η) αρχή...

«Ω νύχτα! Ω άστρα! Ω απλωμένοι πόθοι! Φωτιά!»

ΠΙΣΩ, ο ήχος απ’ το αριστουργηματικό «Les Pêcheurs de Perles» («Αλιείς Μαργαριταριών), του Georges Bizet (τραγούδι και ορχηστρικά), υφαίνει, χνάρι - χνάρι, όνειρα και πέπλα.

Ο ψίθυρος...

«Ω, νύχτα μαγικιά, με όλα τ’ άστρα συντροφιά...»

Η γνωριμία...

«Κοντεύει να ξημερώσει. Τελειώνει η νύχτα. Η όμορφη.Η γαλήνια.

Οι ώρες της νύχτας είναι οι μόνες ήσυχες ώρες στη γειτονιά μας.

Μπορώ και βολτάρω. Δίχως μπλεξίματα και γκρίντες. Δίχως μπαρούφες...»

Οι συστάσεις...

«Στη γειτονιά μας οι γυναίκες είναι συνέχεια μόνες τους. Βλέπετε οι άντρες όλο λείπουν. Στη θάλασσα. Ανοιχτά. Για τη μεγάλη ψαριά. Μέρες κάνουν να φανούν. Και δω. Οι κυράδες. Μόνο μπαρούφες και τσακωμούς.

Τι να κάνουν και αυτές. Έτσι έρμες. Μοναχές. Λυσσάνε μεταξύ τους. Να κυλάει ο χρόνος…»

Η έναρξη...

ΧΑΡΑΜΑ. Πάχνη, πρωϊνή. Η μέρα αρχίζει. Οι άνδρες λείπουνε, μέρες, στα καΐκια τους. Οι γυναίκες ξυπνούν. Ανοίγουν τα πατζούρια. Καλημερίζονται. Στο τέρμινο, ανάβουν. Στο επόμενο, φιλιώνουν...

ΠΡΑΞΗ ΙΙ: Στο βάθος, μια πομπή - οι άνδρες, επιστρέφουν. Τα ταίρια ανταμώνουν. Όμορφα, με θέρμη. Και στο λεπτό, καυγάς. Φιτίλι και παστρόκιο. Άντρες με γυναίκες. Άντρες μ’ άντρες. Γυναίκες με γυναίκες. Και, πριν φωνήσαι, νέο φίλιωμα - με τον Bizet πάντα εκεί. Βαθύ. Ευαίσθητο. Ανθρώπινο... 

«ΑΥΤΟ ονειρεύτηκα», λέει ο Γάλλιας. «Ένα συνεχές παιχνίδισμα ανάμεσα στην τρυφεράδα και την μπαρούφα». Έρωτας και τσακωμός. Κουτσομπολιό και κατανόηση. Ένταση και μόνιασμα. Εναλλαγές σε τέμπο γρήγορο. Νευρώδες. Σπιρτόζικο. Σκαμπρόζικο...

ΜΕ ΣΤΟΧΕΥΣΗ: «Το χειμώνα, με τη “Μαγική μας πόλη”, δώσαμε στον κόσμο συγκίνηση. Τώρα, με τις “Μπαρούφες”, θέλουμε να τη δώσουμε ως χαρά. Για την ακρίβεια, να δώσουμε περισσότερη χαρά. Γιατί τη συγκίνηση, καλώς ή κακώς, δεν μπορείς να την αποφύγεις. Την κουβαλάμε˙ δεν υπάρχει έρωτας χωρίς πόνο, ζωή χωρίς λύπη, γέλιο δίχως δάκρυ. Η δοσολογία αλλάζει...»

ΠΡΙΝ την κατάληξη, το γάμο. «Το κλασικό μοτίβο του Goldoni - θυμήσου το “Campiello”». Ένα μοτίβο, λέει ο Γάλλιας, που πέρασε στην κωμωδία όλων των εποχών. «Ακόμα και στις παλιές ελληνικές ταινίες. Πόσες τελείωναν με γάμο; Πολλές». Ακόμη κι εκεί, ωστόσο, σε κλίμα... τσακωμών. Ανατροπών˙ «μπαρούφες ως το τέλος». Με κορύφωση, «ένα φινάλε που... μη ζητήσεις spoiler! Δεν μπορώ ν’ αποκαλύψω. Θα είν’ η έκπληξη». Δεκτό...

Κυρίες, κύριοι, καλώς ήρθατε. Σαν θα ‘λεγε και ο Carlo, «Benvegnesto»...

• Στον οποίο Carlo (Goldoni), τι είναι αυτό που, κυρίως, σε γοητεύει; Συνολικά, μιλώντας...

Π.Γ.: «Η ειλικρίνειά του. Δεν έγραφε με υπονοούμενα. Ό,τι είναι να πει, το λέει ευθέως. Είναι ένα θέατρο από, όπως συνηθίζω να λέω, “την εποχή της αθωότητας”. Παίζει με χαρακτήρες, με την έννοια του ήθους. Με καταστάσεις. Πέρα από το σύμβολο. Κουβαλάει την Commedia dell’ Arte και την πάει παραπέρα. Σ’ ένα πιο “επιστημονικό” επίπεδο. Γίνεται μια “γέφυρα” με το αστικό θέατρο. Πριν πάρουν τη σκυτάλη οι μεγάλοι μετρ της νέας κωμωδίας...».

ΤΟ ΛΕΣ, εντίμως, και ως εξής: σταθμός. Ένας σταθμός, που ο Γάλλιας δεν αγγίζει, ασφαλώς, για πρώτη του φορά...

ΚΛΕΨΥΔΡΑ ανάποδα, 10+4 χρόνια πιο πριν: οι επικές μνήμες του «Campiello»: «Δυο χρόνια παιζόταν. Παντού: στο Δημοτικό Θέατρο, στο Mon Repos, στη Λευκίμμη, στο Βορρά, σε χωριά της Μέσης. Ακόμη και σε πρωτοχρονιάτικη version, με στολισμένο δέντρο στη μέση της σκηνής! Δεν τ’ άφηνε ο κόσμος να κατέβει! Και φυσικά, το θέλαμε κι εμείς - οι ηθοποιοί, οι συντελεστές. Γιατί δε μέναμε στην απλή επανάληψη. Σε κάθε ανέβασμα τ’ ανανεώναμε...».

ΗΤΑΝ, θυμάται, «η παρθενική παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. κατά την πρώτη μου θητεία (2012 κ.ε.). Μια επιλογή συνειδητή, μιας και θέλαμε, η πρώτη μας παράσταση - πρεμιέρα, να είναι ένα έργο, που ν’ “πιάσει” και να αφορά άμεσα τον κόσμο. Να του ‘ναι οικείο. Να δημιουργήσει δεσμούς. Δίχως (να χρειάζεται) “μετάφραση”».

Ο ΤΙΤΛΟΣ έδωσε την αφορμή. Τα υπόλοιπα κόπιασαν αβίαστα. «Όπως και τώρα, θεωρώ. Το “μπαρούφες” το νιώθω ως κάτι πολύ δικό μας. Τις θέλουμε οι Κερκυραίοι – αφού, όπως είπα σε έναν φίλο, που με ρώτησε, “είμαστε σαν το... Μεγάλο Σάββατο: μέχρι τις έντεκα παρά ένα, “αι γενειαί πάσαι” και στις έντεκα ακριβώς, “Ανάσταση ο Θεός”…»

• Θα το ξαναδούμε το «Campiello» κάποια στιγμή;

«Ναι! Κάποια στιγμή, πρέπει. Το θέλουμε όλοι...».

• Ερώτηση ΙΙ: Λες να πάνε και οι «Μπαρούφες»... διετία;

«Μακάρι! Όπως το έχουμε συζητήσει, άλλωστε, και στο παρελθόν, ο κόσμος είναι το κριτήριο. Η αφορμή και ο δέκτης.Ο κόσμος πρέπει να εισπράττει αυτό που κάνουμε. Και να το χαίρεται. Αν δεν το χαίρεται ο κόσμος, απλά δεν έχει νόημα να γίνεται». Απλά. Όπως κάθε αταλάντευτη αλήθεια...

ΤΟ CAST

«ΜΙΑ... ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ!»

ΠΥΛΩΝΑΣ της πλοκής, δυο οικογένειες. Η μία, του Τομάσο (Παντελής Κοντός). Του πρώτου νοικοκύρη, αφεντικού στον ταρσανά. Με τη «γλωσσοκοπάνα» γυναίκα, τη Σπεράντζα (Μαριέττα Σαββανή), την «τσούχτρα» αδελφή του, τη Λουτσέτα (Κατερίνα Γεωργάκη), τον Τζωρτζέτο (Βαγγέλης Ζήκος), τον «μπακαλιάρο» αδελφό κι αρραβωνιάρη της Μαρίνας (Δέσποινα Μουρατίδη) και τον Κωνσταντή. Παραγιό του κυρ-Τομάσο και αρραβωνιάρη της Λουτσέτας (Μιχάλης Κουμαριανός)...

Η ΑΛΛΗ, η οικογένεια του Ντάντε. Ο άλλος νοικοκύρης, συνέταιρος του Τομάσο (Βασίλης Παϊπέτης). Με τη γυναίκα του, την Ντάντα (Σοφία Τόμπρου) και την «μπομπότα» αδελφή της, την Ορσέτα (Ιωαννέτα Πανδή) - οι δυο τους, αδελφάδες της Μαρίνας. Και από δίπλα, η Βικεντία, η «αρχόντισσα» (Νότα Δαρμανή), ο «μούλος», ο Λιμπέρης (πρωταίτιος του τσακωμού / Αλέξανδρος Δαρμανής) και δύο Αστυφύλακες. Ο Τζερολάμο, που προσπαθεί να κουμαντάρει τα... απίθανα (Άγγελος Χονδρογιάννης) και ο Πάολο.

ΤΟ ΟΛΟΝ, 13. Και ο... έκτακτος Αντόνιο, το χαμίνι - αφηγητής (Δημήτρης Ντάλλας), 14. Προφανές: cast εξόχως ισχυρό. Ποιοτικό. «Μια... μικτή Κερκύρας», καταπώς λέει ο Γάλλιας, με διάχυτο ενθουσιασμό.

• «Προβοκατόρικο» το ερώτημα, αλλά εσύ, πώς και δεν...;

«Για να είμαι ειλικρινής, αρχικά, το ρόλο του Αντόνιο, τον έγραψα - προόριζα για μένα. Υπήρχε, όμως, το προηγούμενο της “Μαγικής μας πόλης”, το χειμώνα. Όπου στον -αντίστοιχο, αναλογικά- ρόλο του αφηγητή, ένιωσα τόσο μεγάλη συγκίνηση πάνω στη σκηνή, που, κάποιες φορές, συναισθηματικά “λύγισα”. Oπότε, τώρα, είπα να... το αποφύγω (γελάει). Άλλωστε, η επιλογή του Δημήτρη Ντάλλα, είναι καθ’ όλα ιδανική...». 

Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κέρκυρας - Ιούλιος – Αύγουστος 2026 στο Θέατρο «Ρ. Βλαχοπούλου», Mon Repos

CARLO GOLDONI - «ΒΕΝΕΤΣΙΑΝΙΚΕΣ ΜΠΑΡΟΥΦΕΣ» (Le baruffe Chiozzotte)

Μετάφραση: Δαμιανός Χειρδάρης • Διασκευή - Σκηνοθεσία - Στίχοι τραγουδιών - Φωτισμοί: Πέτρος Γάλλιας • Μουσική επιμέλεια - διασκευές τραγουδιών: Γιώργος Βλάχος • Παραγωγή: ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας

Τo CAST (αλφαβητικά)

Κατερίνα Γεωργάκη, Νότα Δαρμανή, Αλέξανδρος Δαρμανής, Βαγγέλης Ζήκος, Παντελής Κοντός, Μιχάλης Κουμαριανός, Δέσποινα Μουρατίδη, Δημήτρης Ντάλλας, Ιωανέτα Πανδή, Βασίλης Παϊπέτης, Μαριέττα Σαββανή, Σοφία Τόμπρου, Άγγελος Χονδρογιάννης.

 

Εμφανίσεις: 2867
ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1978. Πτυχιούχος Φιλολογίας (Φιλοσοφική Σχ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 2001) και δημοσιογραφίας (New York College, 2002), θήτευσε επί 12ετία στην Αθήνα, με κύριες αναφορές τις εφημερίδες Αθλητική Ηχώ (2001-’08) και Εξέδρα / Δ.Ο.Λ. (2008-‘11) συν σειρά συνεργασιών με ιστοσελίδες και περιοδικά. Επιστρέφοντας Κέρκυρα, διετέλεσε υπεύθυνος Γραφείου Τύπου στις ΠΑΕ ΑΟ Κέρκυρα και ΑΟ Κασσιώπης (Super League). Συνδημιουργός και αρχισυντάκτης των ιστοσελίδων Corfusports (2011) και Corfustories (2020), της εφημερίδας Corfupress / Corfusports (2016) και των free press mag. Corfu Magazine (2017) και Corfu Stories (2018), μετά τη συνεργασία του με την Καθημερινή Ενημέρωση (2019-’20), επέστρεψε στον όμιλο Ενημέρωση το ’21, λόγω… ΕΝ-The Magazine. Eίναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ (βραβείο «Χρ. Σβολόπουλος», 2010).