Γιατί δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει «η Τελική Λύση»
Κάθε φορά που κάποιος πίστεψε ότι πλησίαζε στην οριστική λύση, άνοιγε τον δρόμο για την επόμενη σύγκρουση.
Κάθε φορά που το Ισραήλ βομβαρδίζει τον Λίβανο, τη Γάζα ή στόχους σε γειτονικές χώρες, η δημόσια συζήτηση ξεκινά σχεδόν από το ίδιο σημείο: ποιος χτύπησε πρώτος; Ποια ήταν η αφορμή; Ήταν απάντηση ή πρόκληση; Η συζήτηση εγκλωβίζεται στο τελευταίο επεισόδιο, στον τελευταίο πύραυλο, στην τελευταία αεροπορική επιδρομή. Κι όμως, έτσι το βασικό ερώτημα εξαφανίζεται.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ιστορικό, αλλά πρωτίστως νομικό. Η σύγκρουση παρουσιάζεται συχνά εκτός του πλαισίου που ορίζουν οι ίδιοι οι διεθνείς οργανισμοί και το διεθνές δίκαιο. Η κατοχή παλαιστινιακών εδαφών, οι εποικισμοί, οι εκτοπισμοί πληθυσμών, οι αποφάσεις του ΟΗΕ, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις και οι αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων, αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες λεπτομέρειες, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν το θεσμικό υπόβαθρο της σύγκρουσης.
Έτσι, κάθε νέα κλιμάκωση εμφανίζεται σαν να ξεκινά από το μηδέν. Σαν να μην προηγήθηκαν η Νάκμπα, η κατοχή, οι δεκαετίες στρατιωτικού ελέγχου και οι συνεχείς καταγγελίες του ΟΗΕ. Η προσοχή μετατοπίζεται αποκλειστικά στο άμεσο στρατιωτικό γεγονός και όχι στο πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό συμβαίνει.
Το επιχείρημα ότι η ισραηλινή πολιτική δεν μπορεί να κρίνεται από τις προθέσεις αλλά από τα αποτελέσματά της αποκτά ιδιαίτερο βάρος, όταν αυτά τα αποτελέσματα επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες. Το Ισραήλ είναι σήμερα στρατιωτικά ισχυρότερο από ποτέ, διατηρεί ή επεκτείνει τον έλεγχό του σε κρίσιμες περιοχές και παραμένει ο κυρίαρχος στρατιωτικός παράγοντας της περιοχής. Παράλληλα, κάθε νέα κρίση οδηγεί σε ανανεωμένη αμερικανική εμπλοκή και σε διαρκή αναβολή μιας βιώσιμης πολιτικής λύσης.
Μπορεί κανείς να διαφωνήσει για τα κίνητρα. Δύσκολα, όμως, μπορεί να αγνοήσει το επαναλαμβανόμενο αποτέλεσμα. Και όταν το ίδιο αποτέλεσμα παράγεται ξανά και ξανά, η επίκληση της «παρεξήγησης», της «ατυχούς συνέπειας» ή της «έκτακτης ανάγκης» γίνεται ολοένα λιγότερο πειστική.
Η λύση, ωστόσο, δεν βρίσκεται ούτε σε μια νέα στρατιωτική νίκη ούτε στην οριστική επικράτηση της μίας πλευράς επί της άλλης. Εβδομήντα και πλέον χρόνια πολέμων, εξεγέρσεων, κατοχής, τρομοκρατίας, αντιποίνων και επεμβάσεων απέδειξαν ακριβώς το αντίθετο: καμία στρατιωτική υπεροχή δεν μπόρεσε να εξαφανίσει το πολιτικό πρόβλημα.
Η μόνη ρεαλιστική διέξοδος παραμένει η επιστροφή στο διεθνές δίκαιο ως κοινό σημείο αναφοράς. Αυτό σημαίνει τερματισμό της κατοχής, εγγυήσεις ασφάλειας για όλους τους λαούς της περιοχής, αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων, σεβασμό των συνόρων που αναγνωρίζει η διεθνής κοινότητα και εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Όσο το διεθνές δίκαιο εφαρμόζεται επιλεκτικά, θα παραμένει εργαλείο των ισχυρών και όχι καταφύγιο των αδυνάτων. Και όσο παραμένει εργαλείο των ισχυρών, κάθε νέα επίθεση θα παρουσιάζεται ως η αρχή μιας ιστορίας που, στην πραγματικότητα, έχει ξεκινήσει εδώ και πολλές δεκαετίες.
Η ειρήνη δεν θα έρθει απλώς όταν σιγήσουν τα όπλα. Θα έρθει όταν πάψει να αμφισβητείται ότι οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για όλους. Κι αυτό, σε μια παγκόσμια ιστορική φάση αναθεωρητισμού, όπου κυριαρχεί η λογική του «μέχρις εσχάτων», μοιάζει ταυτόχρονα αναγκαίο ως επιδίωξη και σχεδόν αδύνατο ως προοπτική.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
