Πληροφοριοδότης Β: λάτρης του party και της πάρτης (του)

Γράφει ο Αλέκος Στογιάννος

27
Μαρτίου / 2018

Αφού – κατά δήλωσή του - πέρναγε πραγματικά ωραία, στην υγειά των κορόιδων, που δεν ήταν άλλοι από τους παππούδες, τους γονείς και τα παιδιά μας, κατάλαβε – μετά από επτά περίπου χρόνια - ότι ανήκε σε μια μοναδική κατηγορία Ελλήνων. Σε εκείνους που, τινάζοντας τα ασφαλιστικά ταμεία στον αέρα, περισσότερο ακόμη και από το PSI, κατάφεραν να ληστέψουν τρεις ολόκληρες γενιές.
Ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων, οι οποίοι αρνούνταννα πιστέψουν ότι υπήρχε ζωή χωρίς μισθάρες, μπόνους, εταιρικά αυτοκίνητα, τζάμπα ιδιωτικές ασφάλειες, ταξίδια, γκόμενες και διασκέδαση.
Και όταν ήλθε η κρίση, όταν το σύστημα Φρουζή ανακοίνωνε τα κακά μαντάτα, ότι δηλαδή τον απειλούσε η καθημερινότητα των μνημονίων που βίωναν οι άλλοι, οι μη προνομιούχοι Έλληνες, δλδ. τα κορόιδα που ζούσαν έξω από την εταιρεία, τότε δε δίστασε – κατά δήλωσή του - να συμμετέχει σε εκβιασμούς γιατρών, τους οποίους είχε φακελωμένους, γνωρίζοντας κάθε τους αδυναμία.
Και όταν Ο Φρουζής βραβεύθηκε το 2013 ως manager της χρονιάς, γύρισαν τα μάτια τουανάποδα, αισθάνθηκε  μια λάμψη μέσα στο κεφάλι του,  συλλογιζόμενος την βράβευση του Φρουζή …. Είδε φαντάσματα τα οποία, προφανώς, ζούσαν κρυμμένα ως τύψεις, όλα αυτά τα χρόνια, βαθειά μέσα στο υποσυνείδητό του. Και που η δίψα για καριέρα, όταν τελείωσε το πάρτι και μετά, δεν του επέτρεπε την πολυτέλεια να τις κοιτάξει κατάματα, να τις ζυγίσει και να τις αντιμετωπίσει. Και που όσο το πάρτι κρατούσε, ήταν τόσο γλυκό το ποτό της διαφθοράς, που κατάφερνε να τις κρατά μεθυσμένες, κάνοντάς τες να φαντάζουν αστείες, ασήμαντες και γραφικές απέναντι στον μύθο του american dream που πίστευε ότι ζούσε, χτίζοντας τον χάρτινο πύργο της καριέρας του στη Novartis.
Σε μια μόνο στιγμή είδε - κατά δήλωσή του -  μέσα του όλα όσα δεν είχε καταφέρει να δει επί επτά ολόκληρα χρόνια. Είδε τη μάνα και τον πατέρα του, να τον κοιτάνε απορημένοι, με ένα μεγάλο ερωτηματικό ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους, που ζητούσε σαστισμένο να καταλάβει σε τι έφταιξαν και τους τιμώρησε, ληστεύοντας, μαζί με την υπόλοιπη συμμορία της Novartis, το ταμείο που τους πλήρωνε τις συντάξεις, τους γιατρούς, τα νοσοκομεία και τα φάρμακα.
Τα παραπάνω εκτενή αποσπάσματα περιλαμβάνονται – μεταξύ άλλων – στην επιστολή ενός εκ των προστατευόμενων μαρτύρων (Πληροφοριοδότης Β) της υπόθεσης Novartis, η οποία είδε πρόσφατα το φώς της δημοσιότητας και κατά την κρίση του υπογράφοντοςσυνιστά απολύτως  αντιπροσωπευτικό δείγμα μίας διαχρονικής νοοτροπίας ενός ικανού αριθμού Ελλήνων, η οποία οδήγησε όχι μόνο στην παρούσα, αλλά σε όλες τις καταστροφές και κρίσεις, τις οποίες έχει περάσει η χώρα.
Τι έκανε, λοιπόν -  κατά δήλωσή του - ο εν λόγω πληροφοριοδότης;  Έκλεβε επί χρόνια τα ταμεία, με το ξέσπασμα της κρίσης εκβίαζε για να συνεχίσει να κλέβει, και όταν τελείωσε το party, είδε … το φως το αληθινό και κοίταξε να σώσει το τομάρι του, φόρεσε κουκούλα, «έδειξε» όλους τους άλλους (ψευδώς ή αληθώς δεν ενδιαφέρει εδώ), δημοσίευσε τη δακρύβρεχτη  αυτή  επιστολή  και (αφού εξομολογήθηκε πιθανώς να τις αμαρτίες του σε ιερέα ζητώντας άφεση αμαρτιών)συνεχίζει να απολαμβάνει τα κλοπιμαία … εις υγεία των κορόιδων, όπως προφανώς θεωρεί τους Έλληνες πολίτες ακόμα.
Γιατί αν δε τους θεωρούσε, θα ζήταγε τουλάχιστον συγνώμη και - κυρίως - θα επέστρεφε τα παρανόμως αποκτηθέντα χρήματα !!!
Η επιτομή, λοιπόν, του partάκια: λάτρης του party και της πάρτης του. Έχει γούστο να δηλώσει και αντιμνημονιακός….