Ναι, αλλά είχαμε δημοκρατία, όταν οι άλλοι….

Γράφει ο Αλέκος Στογιάννος

28
Φεβρουαρίου / 2018

«Συμφωνείτε να επικυρώσουν οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) τη κυβερνητική συμφωνία με τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU)και Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) στην οποία κατέληξαν τον Φεβρουάριο;». Σε αυτό το ερώτημα καλούνται να απαντήσουν μέχρι και τις 2 Μαρτίου με επιστολική ψήφο τα 463.000 μέλη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας (SPD), στο καταληκτικό στάδιο μίας μακροχρόνιας διαδικασίας συζητήσεων και διαπραγματεύσεων.
Το αποτέλεσμα της διαδικασίας, θα ανακοινωθεί στις 4 Μαρτίου και θα είναι δεσμευτικό για την ηγεσία του κόμματος υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 20% των μελών του κόμματος θα συμμετάσχουν στην διαδικασία.Ας υπενθυμιστεί ότι η συμφωνία της διαπραγμάτευσης είχε κατά τα τέλη Γενάρη επικυρωθεί και από έκτακτο συνέδριο του SPD.
Οι διαδικασίες σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία παρουσιάζουν ενδιαφέρον, τόσο σε επίπεδο διεργασιών σχηματισμού κυβέρνησης, όσο και σε επίπεδο εσωκομματικών διεργασιών του SPD,και αντιστοίχως ενδιαφέρουσα είναι φυσικά η σύγκρισή τους με την ελληνική πρακτική.
Στο πεδίο του σχηματισμού κυβέρνησης, βρισκόμαστε στο τελικό (εφόσον τα μέλη του SPDψηφίσουν θετικά) στάδιο μίας εξάμηνης περίπου διαδικασίας, κατά την οποία αρχικά απέτυχε η δημιουργία του ονομασθέντος Συνασπισμού Τζαμάϊκα [CDU, CSU, Φιλελεύθεροι (FDP)και Πράσινοι]. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ CDU/CSUκαι SPD, οι οποίες κατάληξαν σε δημόσια, αναλυτική, δεσμευτική κυβερνητική συμφωνία. Αντιπαραβάλλοντας το ελληνικό παράδειγμα ανατρέχουμε σε δύο περιπτώσεις: Πρώτο παράδειγμα υπήρξε η τριμερής κυβερνητική συμφωνία μεταξύ ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, η οποία φάνηκε μεν προς στιγμήννα κομίζεινέα ήθη, αλλά τηρήθηκε ελάχιστα, με αποκορύφωμα το μονομερές «μαύρο» στην ΕΡΤ. Δεύτερο παράδειγμα δημιουργίαςκυβέρνησης συνασπισμού είναι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, οι διεργασίες για το σχηματισμός της οποίας  εξαντλήθηκαν επί ενός προεκλογικού πάλκου δια του θερμού εναγκαλισμού των επικεφαλής των δύο κομμάτων, χωρίς πολιτική διαπραγμάτευση και γραπτή συμφωνία. Πέραν της έλλειψης ουσιαστικής πολιτικής συζήτησης, κοινό σημείο των δύο ελληνικών περιπτώσεων και σημείο διαφοροποίησης έναντι του γερμανικού παραδείγματος υπήρξε το γεγονός ότι οι μετεκλογικές εξελίξεις ήταν επί της ουσίας γνωστές πριν από τις εκλογές, καθώς το διχαστικό πολιτικό κλίμα δεν άφηνε περιθώριο αναζήτησης διαφορετικών μετεκλογικών συνεργασιών.
Στο πεδίο των εσωκομματικών διεργασιών, οι διεργασίες εντός του SPDσυνιστούν μνημείο δημοκρατικής νομιμοποίησης, καθώς οι επιλογές της ηγεσίας του κόμματος τίθενται δύο φορές στην κρίση των μελών του κόμματος: αφενός εγκρίθηκαν περί τα τέλη Γενάρη σε επίπεδο συνεδρίου (με ποσοστό 56,4%) και αφετέρου διεξάγεται αυτές τις μέρες το εσωκομματικό δημοψήφισμα. Και σε αυτήν την περίπτωση η σύγκριση με την ελληνική σοσιαλδημοκρατία είναι καταλυτική, αφού οι αντίστοιχες διεργασίες ουδέποτε εγκρίθηκαν εδώ τυπικά από τη βάση των προερχομένων από την (Κεντρο)Αριστερά κομμάτων.
Το πλέον θλιβερό της υπόθεσης είναι ότι, παρά την  πανθομολογούμενη πολιτική και κοινωνική κρίση ως αιτία της οικονομικής καταστροφής, σε φαίνεται να αλλάζει τίποτε προς την κατεύθυνση διεξαγωγής ουσιαστικού, δημοκρατικά νομιμοποιημένου πολιτικού διαλόγου και προγραμματισμού.
Και αν αναγκαστήκαμε δια της επιβολής των μνημονίων να προσαρμόσουμε κάπως τα δημόσια οικονομικά μας, είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να γίνει το ίδιο με τα ελλείμματα, τις καθυστερήσεις, τις στρεβλώσεις του ανατολικότροπου πολιτικού / κοινωνικού μας οικοδομήματος, το οποίο ευνοεί το συγκεντρωτισμό, την αδιαφάνεια, τη συναλλαγή, το πελατειακό κράτος, τον παραγοντισμό και την απουσία μακρόχρονου προγραμματισμού.
Και ενώ υφιστάμεθα τις συνέπειες όλων αυτών των δομικών δυσχερειών, δεν παραλείπουμε να επαιρόμεθαμονίμως για το γεγονός ότιείχαμε δημοκρατία, όταν οι άλλοι….




Αλέκος Στογιάννος