Επειδή δεν απαγορεύεται το νομίζειν

Γράφει ο Κώστας Βέργος

08
Aυγούστου / 2017

Στην εποχή, κατά την οποία μπορεί κάποιος ελευθέρως να αμφισβητεί τον Θεό, τον γάμο ετεροφύλων και όλες τις κοινωνικές συμβάσεις, δεν μπορεί να αμφισβητεί το ταμπού του νομίσματος. Αν και το νόμισμα (εκ του «νομίζω») είναι νομιζόμενο  και άρα όχι αντικειμενικό, συνιστά εσχάτη προδοσία το να πεις ότι νομίζεις κάτι διαφορετικό. Ποιος είσαι εσύ που νομίζεις ότι μπορείς να νομίζεις;

Πολιτικοί και δημοσιογράφοι, που την περίοδο της χρηματιστηριακής φούσκας εξηγούσαν με «επιχειρήματα» ότι η οικονομία μεγαλώνει φυσώντας μια φούσκα, έρχονται τώρα, ενθαρρυνόμενοι από τους ερασιτεχνισμούς της κυβέρνησης, να καταγγείλουν την ύπαρξη εναλλακτικού σχεδίου περί τα χρηματοπιστωτικά. Η δε κυβέρνηση, χαμένη στα αδιέξοδά της, και αφού πια κατάλαβε ότι η πολιτική δεν είναι φύσημα φούσκας, αλλά διαχείριση περιορισμών και έξωθεν και έσωθεν εκβιασμών, δεν τολμά να νομίσει κάτι άλλο (έστω και ως έσχατο Plan Ω). 

Την ίδια στιγμή, τα media, αντί να προσφέρουν βήμα διαλόγου, μονολογούν , και μάλιστα με ανακρίβειες. Να, λοιπόν, μερικά δεδομένα που παραβλέπονται συστηματικά. Μετά τον Ιανουάριο του 2015, τα κακά οικονομικά παρέμειναν κακά, αλλά πάντως δεν χειροτέρεψαν. Το δημόσιο χρέος μας επί του ΑΕΠ, που το 2009 ήταν 120%, έγινε λίγο καιρό μετά την σύναψη του πρώτου μνημονίου 180% (κατάρρευση ΑΕΠ) και παραμένει σήμερα 180% (μη ανάκαμψη ΑΕΠ). Λίγο πριν σπεύσει ο τότε πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ, κ. Γεωργίου, να ανακοινώσει  το διογκωμένο  δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 (με συνυπολογισμό δαπανών που τα άλλα κράτη δεν συνυπολόγιζαν) - στοιχείο που θα μας αναδείκνυε πρωταθλητές στο σχετικό άθλημα και θα νομιμοποιούσε τα μνημόνια - το συνολικό (δημόσιο και ιδιωτικό) χρέος της χώρας σε σχέση με το ΑΕΠ ήταν ακριβώς όσο και της Γερμανίας.  

Η Ελλάδα ήταν σε θέση το 2009 να χρηματοδοτηθεί εσωτερικά. Οι καταθέσεις των Ελλήνων ήταν 260 δις ευρώ (ρεκόρ!), πολύ καλές σε σχέση με τα 120 δις σήμερα. Οι τράπεζές μας τότε δεν ήταν εκτεθειμένες σε τοξικά προϊόντα όπως ήταν, π.χ., η Deutsche Bank (χαρακτηριζόμενη φέτος από την Αμερικανική κεντρική τράπεζα, FED, ως «παγκόσμιος συστημικός κίνδυνος»!). Επιπλέον, το 90% των ομολόγων της χώρας μας το 2009 ήταν σε εθνικό δίκαιο. Και όμως οι πολιτικοί, που ανέλαβαν τότε την διακυβέρνηση, διέσυραν την χώρα στο εξωτερικό (ως χώρα διεφθαρμένων και Τιτανικού), προκαλώντας μαζική φυγή κεφαλαίων, και από το Φεβρουάριο του 2010 εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού μας. Τα μνημόνια εμφανίσθηκαν ως η μόνη λύση μετά τον Μάρτιο του 2010. Κανείς δεν θα μας δάνειζε πλέον - ούτε οι Έλληνες καταθέτες (που σύντομα θα έχαναν τα χρήματά τους στα «κουρεμένα» Ελληνικά ομόλογα).

Ήδη συμπληρώνουμε μια περίοδο επιτροπείας διάρκειας διπλάσιας της Γερμανικής κατοχής. Όσο τα πολιτικά και κοινωνικά ήθη της χώρας παραμένουν αυτά των διαρκώς αλληλο-υβριζομένων και αλληλο-ακυρουμένων πολιτικών και πολιτών, τόσο οι νέοι μας θα αηδιάζουν και θα ξενιτεύονται. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε μια σοβαρή χώρα. Δεν υπήρξαμε ποτέ σοβαροί. Φωνάζουμε, παριστάνουμε διαρκώς τους εισαγγελείς, δεν διαλεγόμαστε ποτέ, δεν διαβάζουμε ποτέ ένα βιβλίο και, τέλος, ιεραρχούμε τις αξίες ανάποδα. Υποχρηματοδοτούμε την επιστημονική έρευνα, απαξιώνουμε την αριστεία και την δημιουργικότητα, υπονομεύουμε τα δημόσια πανεπιστήμια (ως άσυλα παραβατικότητας) και δυσφημούμε τα ιδιωτικά. Περιφρονούμε τον κλασικό μας πολιτισμό και ανακηρύσσουμε ως τέχνη το πιο φθηνό (εφόσον αυτό μπορεί να αναπαραχθεί φανταχτερά ή στην διαπασών). 

Αποβιομηχανοποιήσαμε την χώρα, αποθαρρύναμε επενδύσεις, διασύραμε την συνεταιριστική ιδέα και δεν ακούσαμε ποτέ τις προειδοποιητικές φωνές για την προβληματική αριθμητική σχέση εργαζομένων και συνταξιούχων. Το δίκιο ήταν πάντα του εργάτη, του ταξιτζή και του μανάβη. Φτιάξαμε επαγγελματικές και συνδικαλιστικές συντεχνίες που κοίταζαν μόνον τα προνόμιά τους. Κλείσαμε τους δρόμους, τα λιμάνια, τα σχολεία, ακόμη και την Ακρόπολη, και γεμίσαμε τις πόλεις μας με σκουπίδια. Εσχάτως απομειώσαμε το «ανθρώπινο κεφάλαιο» κατά εκατοντάδες χιλιάδες μορφωμένων νέων που αναζήτησαν διέξοδο στο εξωτερικό. Η Αμερική με τον ιμπεριαλισμό της έφταιξε ακόμη και για τις πιο οικογενειακές μας υποθέσεις, η δε Ευρώπη με τις αποικίες της έφταιξε για τους κακούς μας τρόπους.

Δεν έχω την λύση. Ξέρω όμως ότι αυτό που βλέπω μπροστά μου δεν είναι λύση. Ας γυρίσουμε λοιπόν κάποια στιγμή στα θεμελιώδη. Λιγότερη αλαζονεία και αυθάδεια, λιγότερα λόγια, περισσότερη κατανόηση, περισσότερη ευγένεια και σοβαρότητα και περισσότερο ενδιαφέρον για τούτον δω τον τόπο. Ας ξανα-ιεραρχήσουμε τις αξίες μας ως πρόσωπα και ως κοινωνία και ας κάνουμε για πρώτη φορά αυτοκριτική. Ας ξεκινήσουμε αύριο κιόλας από τους δρόμους και τους δημόσιους χώρους. Ας αρχίσουμε, για παράδειγμα, να παραχωρούμε ο ένας στον άλλο την θέση του. Να ρωτάμε ο ένας τον άλλο. Να αφουγκραζόμαστε και να σεβόμαστε. Να είμαστε ειλικρινείς. Και ίσως τότε μπορέσουμε να κοιτάξουμε τους ξένους αλλά και την ξενιτεμένη μας νέα γενιά κατάματα.