Τα αυτιά δεν είναι μόνο για τη μάσκα

Τα αυτιά δεν είναι μόνο για τη μάσκα

Η κατάρρευση τελικά της δημόσιας υγείας στη χώρα μας (αύξηση της υπερβάλλουσας, από κάθε αίτιο, θνησιμότητας Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021 κατά 10-30% έναντι του 2020) δεν επιβεβαιώνει τίποτα λιγότερο παρά την κατάρρευση του μοντέλου μας της κοινωνικής συμβίωσης.

25
Νοεμβρίου / 2021

Η κατάρρευση τελικά της δημόσιας υγείας στη χώρα μας (αύξηση της υπερβάλλουσας, από κάθε αίτιο, θνησιμότητας Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021 κατά 10-30% έναντι του 2020, επίσημα στοιχεία Eurostat) δεν επιβεβαιώνει τίποτα λιγότερο παρά την κατάρρευση του μοντέλου μας της κοινωνικής συμβίωσης. Αυτά τα φαινόμενα έχουν πάντα αφορμές, αλλά δρομολογούνται από δεκαετίες.

Η βασική ένδειξη για τέτοιες μελλοντικές πορείες είναι οι συζητήσεις των ανθρώπων περί των κοινών προβλημάτων τους με τη χρήση μόνο του στόματος χωρίς τη χρήση των αυτιών τους. Αυτή η πρακτική αποτελεί ακριβώς αυτό που θα ορίζαμε ως "κακοποίηση", ως πρώτου βαθμού βία επί του συνομιλητή (κλιμακώνεται μέχρι το τρίτου βαθμού σπάσιμο του κεφαλιού όποιου διαφωνεί μαζί μας). Δεδομένου του ότι ως προς το τελευταίο και σήμερα τίποτα δεν μοιάζει να αλλάζει, αυτό που παθαίνουμε μάς αξίζει.

Το κεντρικό ζήτημα ως προς όλα τα μέτρα εναντίον της πανδημίας, μάσκες, απαγορεύσεις κυκλοφορίας, εμβολιασμός, είναι ότι μεγάλη μερίδα των κατοίκων της χώρας ποτέ δεν υιοθέτησε την πανδημία ως μείζωνα κίνδυνο που την αφορά ατομικά. Αν όχι σωματικό, έστω ψυχικό, οικονομικό, κοινωνικό. Παράλληλα όμως, μια ακόμη μεγαλύτερη μερίδα ποτέ δεν κατανόησε την πανδημία ως θρυαλλίδα της κατάρρευσης του κοινωνικού συμβολαίου και μαζί και του διαλόγου που θα οδηγούσε ιδανικά σε ένα νέο, ανανεωμένο. Η δε ειδική για τη χώρα μνημονιακή συνθήκη απλώς εξάντλησε τις εφεδρείες χωρίς να μετατραπεί σε μάθημα.

Με άλλα λόγια, η πανδημία θεωρήθηκε και εξακολουθεί να θεωρείται, από πολύ μεγάλο ποσοστό πληθυσμού, ως πρόβλημα στην καλύτερη περίπτωση της κυβέρνησης και στη χειρότερη, κάποιων άλλων, πιθανώς έξω από μας «αδυνάμων», πιθανώς «αφελών» ή πιθανώς και «υπόπτων». Αν αυτό το ζήτημα δεν συζητηθεί, δεν έχει νόημα και καμία άλλη συζήτηση για κάποιο υποτίθεται κοινό μέλλον.

Στη συζήτηση αυτή, οι προσερχόμενοι πρέπει να δούμε τους τρόπους με τους οποίους η κοινωνία πείστηκε ή δεν πείστηκε, χωρίς να καλείται κανείς υποχρεωτικά να εκφράσει ή να εξηγήσει τη δική του θεώρηση. Η συζήτηση αυτή ενδιαφέρει καθεμία και καθένα μας τα μέγιστα ασχέτως της ιδεολογίας μας, καθώς στο βαθμό που δεν βλέπουμε τη συναντίληψη των προβλημάτων ως το θεμελιώδες πολιτικό μας ζητούμενο ασχέτως της κατανομής βαρών των προτεινόμενων λύσεων, η χώρα καταδικάζεται να αποτυγχάνει διαρκώς σε κάθε μεγάλη πρόκληση, από τη μια μουλαρώνοντας και από την άλλη στρουθοκαμηλίζοντας.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΙΓΓΟΣ