Μπορούμε κε Γιάννη;

Γράφει ο Σταμάτης Απέργης*

12
Σεπτεμβρίου / 2019

Ασφαλώς και συμφωνώ απολύτως με το άρθρο - παρέμβαση του πρώην Δημάρχου Γιάννη Κούρκουλου για την κερκυραϊκή ψαλτική αλλά και με τις υπόλοιπες παρατηρήσεις του. Και γεννάται το ερώτημα: Υπάρχουν περιθώρια αντίδρασης;

Σίγουρα αν ο Δήμος, το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου, προσωπικότητες της τέχνης, η Αναγνωστική Εταιρεία, οι Φιλαρμονικές και λοιποί πολιτιστικοί και μη οργανισμοί του τόπου μας εξέφραζαν ανοιχτά την άποψή τους, θα δημιουργείτο ένα κλίμα που θα ασκούσε μια κάποια πίεση. Δεν ξέρω όμως αν είναι αρκετό.

Σίγουρα θα αντιταχθεί μια επιχειρηματολογία εδραζόμενη , ως συνήθως, σε θεολογικά, πατερικά ή λατρευτικά γραμμένα, που στο τέλος θα υποδεικνύουν την κερκυραϊκή ψαλτική αλλά και την εν γένει λατρευτική μας παράδοση ως αιρετική (οι ομόδοξοι και κατά τα άλλα ευσεβείς Ρώσσοι αδελφοί, οι οποίοι ψάλλουν πολυφωνικά, ασφαλώς θα έχουν απωλέσει προ πολλού τον Παράδεισο…).
Ας μην αυταπατώμεθα… Η διοίκηση της Εκκλησίας αν δεν είναι «ενός ανδρός αρχή», είναι σίγουρα ζήτημα ολίγων…

Και κάπου εκεί είναι το πρόβλημα. Σκεφτόμενος αυτά, θυμήθηκα τον καθηγητή μου στο εκκλησιαστικό δίκαιο στην Νομική της Αθήνας, Γιάννη Κονιδάρη. Ένα από τα αγαπημένα του θέματα, ήταν η συμμετοχή των αιρετών λαϊκών, στη διοίκηση της εκκλησίας. Μας σημείωνε  δε συνεχώς, ότι η λυσσαλέα αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος στον νόμο 1700/1987, γνωστό και ως νόμο Τρίτση, δεν υπήρξε για το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Εκεί τα ψιλοβρήκανε. Η αντίδραση υπήρξε πρωτίστως για το άρθρο 8 του ν. 1700/1987, το οποίο θέσπιζε την συμμετοχή αιρετών λαϊκών τόσο στα Ενοριακά συμβούλια, όσο και στο Μητροπολιτικό.

Η ρύθμιση αυτή, κάθε άλλο παρά «σοσιαλιστικός» νεωτερισμός της τότε κυβέρνησης Παπανδρέου ήταν. Στην ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση,από αρχαιοτάτων χρόνων, οι λαϊκοί δεν είναι αποκομμένοι από την διοίκηση της εκκλησίας. Αλλά και στη σύγχρονη ιστορία.

Στην Κέρκυρα (νόμος Σαγρέδου του 1753), στη Θεσσαλονίκη (Κανονισμός Ορθοδόξου Ελληνικής Κοινότητος 1886) κ.α., είναι θεσπισμένη η εκλογή από το λαό των μελών των ενοριακών συμβουλίων. Προβλέπεται δε και στον Θεμελιώδη Κανονισμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1902. Αλλά και σε άλλες χώρες είναι σε ισχύ αυτό το σύστημα, όπως τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, αλλά κυρίως την Αλβανία (άρθρα45-59 καταστατικού Χάρτη) και την Κύπρο (άρθρο 111 Καταστατικου Χάρτη).

Στο ελληνικό κράτος, αρχικά ίσχυε ο διορισμός των εκκλησιαστικών συμβουλίων από το Δήμαρχο, και εκλογή των μελών από το Δημοτικό Συμβούλιο (άρθρο 114 του νόμου «περί συστάσεως των Δήμων» του 1833). Η εισαγωγή όμως του θεσμού των αιρετών λαϊκών έγινε με το νόμο 3596/1910, επί κυβερνήσεως Στεφ. Δραγούμη (με την συμβολή του Ελ. Βενιζέλου και της εμπειρίας του από την διαμόρφωση του καθεστώτος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κρήτης) αλλά και με το Ν.Δ. 17/28-12-1923. Οι σχετικές διατάξεις καταργήθηκαν με τον Αναγκαστικό Νόμο 2200/1940 του Μεταξά…

Έκτοτε, ούτε το Ν.Δ. 126/1969 ούτε ο Ν. 590/1977 (ισχύων Καταστατικός Χάρτης) τόλμησαν να τις επαναφέρουν. Ο δε νόμος Τρίτση, καταργήθηκε με τον νόμο 1811/1988…

Όσο η εκκλησιά είναι στα χέρια ολίγων (συνήθως ξενόφερτων) ιερομονάχων, οι οποίοι δεν έχουν επαφή με την λατρευτική μας παράδοση, ας μην περιμένουμε πολλά. Ας διεκδικήσουμε συμμετοχή. Κι αν είναι, προφανώς, πολύ δύσκολο να αλλάξει κάτι στην νομοθεσία, ας ψάξουμε και για άλλους δρόμους. Το οφείλουμε στον τόπο.

* Νομικός - πρώην Αντιδήμαρχος Παιδείας του Δήμου Κέρκυρας