Ρέκβιεμ

Απέραντη θλίψη. Κοντράστ στη θορυβώδη καθημερινότητα. Mute. Δίχως ήχο. Υποψία μιας κραυγής.

15
Μαΐου / 2019

Δεν είχα ακούσει κάτι. Εις ώτα μη ακουόντων. Λέξεις κοφτερές σε καθημερινό, ηχητικό υπόστρωμα κάπως μπάσο και πάντως συγκεχυμένο. Από κάτω δηλ., φωνές υποψηφίων, καμώματα και πόζες. Η απελπισία στο μάταιο κυνήγι της αναγνώρισης, χρόνος που ξοδεύεται (σ.σ. δεν συντάσσεται επ' ουδενί σε παθητική φωνή αλλά έτσι αποφεύγεται το πιο συγκεκριμένο, μην ανοίξουμε άλλα τώρα) σπάταλα με μηχανές, επινοήσεις και θεάματα. Μια εικόνα χωρίς ήχο. Βουβή όπως και το κλάμα, εσωτερικό, γοερό, μάταιο, τώρα πια.

Αυτός ο χώρος θα μπορούσε σήμερα να μείνει λευκός. Ανήμπορος να ψελλίσει κάτι. Τουλάχιστον να μην προσπεράσει, έτσι... Να βιώσει την απώλεια. Να την κάνει δική του. Όχι πως έχει σημασία πια το τι έφταιξε.
Προσωπική υπόθεση και λογικές εξηγήσεις, στατιστικές ιδιοτέλειες επαγγελματιών. Δημοσιογραφία εντυπωσιακή για αποδόσεις εντυπωσιασμού.
Να σεβαστείς το ιδιωτικό χωρίς να το κρύβεις. Αυτό δε θάταν σεβασμός αλλά απόκρυψη στοιχείων.
Το νέο δεν προσφέρεται. Είναι τυφλά, στυγνά οδυνηρό όμως δεν προσφέρεται για κάτι άλλο.
Καμιά φορά αρκεί, φτάνει, μια κουβέντα να σηκώσει το μαύρο πέπλο της απελπισίας. Μια κλωτσιά στο ερμητικά κλειστό παράθυρο, με τη βιαιότητα που πρωτοαντιμετωπίζει ο ναυαγοσώστης εκείνον που πάει να πνιγεί. Αρχικά για να μην τον τραβήξει και 'κείνον κάτω. Βεβαίως και για να τον βγάλει έξω, ζωντανό.
Εκνευρισμός. Γιατί θα πρέπει να ειπωθεί κάτι; Γιατί δεν καταλαμβάνεται ο χώρος, κατά τα ειωθότα από μια ακόμα πολιτικούρα;
Διότι μάλλον υπάρχουν εσώτερα ανομολόγητα, που δεν επιτρέπουν τέτοια λιποταξία. Όσο και να περνάνε από πάνω του τα καθημερινά νέα σαν οδοστρωτήρας, αφήνουν πτυχώσεις μιας παλιότερης και πιο βαθιάς τομής. Τότε που πέρασε εκείνο το αλέτρι ώστε να δεχθεί... Ίσως νάταν εκείνος ο πρώτος σπόρος. Αυτός που φυτρώνει και ξαναβγαίνει σε πείσμα της φθοράς, της στατιστικής και του ορθολογισμού.
Να κλείσω απολογητικά. Συγγνώμη που δεν πρόλαβα. Δε σε γνώριζα όμως θα έπρεπε να έχω κάνει κάτι.