Προφήτης εκ του ασφαλούς

Γράφει ο Σπύρος Γουναρόπουλος

01
Απριλίου / 2019

Ύστερα από την ευτυχή κατάληξη της διάσπασης του δήμου Κέρκυρας, έστω και την τελευταία στιγμή,   θα επεκτείνω τα επιχειρήματα που διατύπωσα,  πρίν τη νομοθέτηση της πολύ σημαντικής αυτής εξέλιξης. 
Ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα που διατύπωσα είναι η ανάγκη για ισχυρή πολιτική έκφραση κάθε περιοχής, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της,  στην προοπτική της τοπικής ανάπτυξης που είναι και το ζητούμενο.
Θα επαναλάβω λοιπόν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στενού δήμου της Κέρκυρας, του «κλεινού άστεως» χωρίς καμία διάθεση αντιπαλότητας , αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπαίθρου, επίσης χωρίς διάθεση υποτίμησης της συνεισφοράς της στην ολοκληρωμένη οντότητα του νησιού μας.
Είναι γνωστό σε όλους ό,τι η ανθρωπογεωγραφία των κατοίκων της παλαιάς πόλης της Κέρκυρας διαφέρει από αυτήν της υπαίθρου και αποτελεί χωριστή οντότητα. Η ενσωμάτωση νέων ομάδων πληθυσμού έχει όρια και περιορισμούς που δεν είναι δυνατό και δεν ενδείκνυται η βίαιη προσάρτησή τους , επειδή ο κίνδυνος αλλοίωσης της οντότητας δεν είναι μόνον υπαρκτός αλλά βέβαιος.
Η άλλη οντότητα , αυτή της υπαίθρου,  έχει μία εξέχουσα δυναμική τα τελευταία πενήντα χρόνια, με οικονομική ανάπτυξη, αντίθετη από την παραδοσιακή της οικονομική δομή , με ανεμική αγροτική οικονομία μέν , αλλά πολύ ισχυρή τουριστική βιομηχανία.
Οι δύο αυτές κυρίαρχες διακριτές οντότητες με την αποτυχημένη `` Καλλικρατική΄΄  αντίληψη   του ενός δήμου της Κέρκυρας, τέθηκαν αναγκαστικά υπό ενιαία  πολιτική έκφραση του ενός δημάρχου.   
Εδώ πρέπει να γίνει απολύτως σαφές ότι ο Δήμος δεν αποτελεί κανενός είδους επιχείρηση οικονομικού σκοπού και μάλιστα κερδοσκοπικού.  Ο δήμος έχει να ικανοποιήσει τις ανάγκες των πολιτών, να παρέχει κοινωνικές υπηρεσίες και να αναδιανέμει το τοπικό εισόδημα για την επίτευξη της κοινωνικής ειρήνης στον τόπο. Εν ολίγοις είναι ένα πολιτικό όργανο σχεδιασμού και εφαρμογής του δημοκρατικού προγραμματισμού σε τοπικό επίπεδο.  Οι οικονομίες κλίμακας που θεωρούν κάποιοι ότι επιτυγχάνονται ισχύουν μόνο για οικονομικές επιχειρήσεις και όχι για πολιτικούς οργανισμούς.   
Αλλά ας εξετάσουμε και μία άλλη διάσταση που αφορά το μέγεθος του φορέα.  Είναι γνωστό σε όλους ότι στη χώρα μας τίποτα δεν ευδοκιμεί  όταν αυξάνεται σε μέγεθος.  Ιδιαίτερα στην Κέρκυρα,  όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις του τουρισμού χρεοκόπησαν και άλλαξαν χέρια, και μάλιστα σε περιόδους που δεν υπήρχε κρίση.  Αυτό έγινε με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια,  πόσο μάλλον με δημοσιονομική διαχείριση που όλοι γνωρίζουμε πόσο  πάσχει από κάθε άποψη.
Αντίθετα οι μικρότερες οικογενειακές επιχειρήσεις, παρ΄ όλο τον πόλεμο που δέχθηκαν τα τελευταία χρόνια άντεξαν και δίνουν ικανοποιητικό εισόδημα στους  ιδιοκτήτες τους.
Συνεπώς η κουλτούρα των μεγάλων μεγεθών  των φορέων διαχείρισης δεν υπάρχει   ακόμη στην Ελλάδα και ευτυχώς θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, επειδή έτσι επιτυγχάνεται μεγαλύτερη διάχυση των ωφελημάτων σε περισσότερου πολίτες .
Μολονότι όμως είναι μεγάλη η διάταση της αντιπαλότητας  μεταξύ των δύο οντοτήτων το αίτημα διαζυγίου δεν υποστηρίχθηκε δεόντως από τους πολίτες. Αυτό είναι ένα ερώτημα που τίθεται  και πιστεύω θα δοθεί απάντηση.
Ο  ενιαίος δήμος της Κέρκυρας λοιπόν δεν απέτυχε μόνον οργανωτικά αλλά απέτυχε πολιτικά να συγκεράσει  τις δύο αυτές πολιτικές οντότητες.
Πρέπει όμως να δεχθούμε την ανάγκη συγκερασμού στα πλαίσια της ενιαίας γεωγραφικής οντότητας της Κέρκυρας, στην οποία πρέπει να υπάρξει συνεργασία για την ανάπτυξη της και την ευημερία των κατοίκων της.  
Ο Κεντρικός δήμος,  περιορισμένος εδαφικά θα έχει τη δυνατότητα εμβάθυνσης  και αφοσίωσης  Περισσότερο στις αστικές και περιαστικές περιοχές, που θα είναι στην ουσία το επίκεντρο του ενδιαφέροντός του. Θα θέσει σε κίνηση την αστική ανάπτυξη με την εφαρμογή των πολεοδομικών σχεδίων που έχουν ξεκινήσει από τις αρχές του 1980 και έχουν μείνει ανολοκλήρωτα . Θα αφοσιωθεί στην παλιά πόλη , τον πολιτισμό τον τουρισμό , την κυκλοφοριακή συμφόρεση και πιστεύω ότι θα γίνει προσπάθεια με καλύτερα αποτελέσματα για τη βελτίωση της κατάστασης στην μεγάλη ακόμη περιφέρεια του δήμου.
Οι δύο περιφερειακοί δήμοι   με οποιαδήποτε δημοτική αρχή  είναι βέβαιο ότι θα θέσουν τέρμα στην αδράνεια το τέλμα και την εγκατάλειψη της περασμένης εννεαετούς νεκρής περιόδου. Είναι βέβαιο ότι θα ανασυγκροτήσουν την παραγωγή σ΄όλους τους τομείς.  Επίσης μη έχοντας εναλλακτική θα προωθήσουν την ανακύκλωση απορριμμάτων και γενικότερα θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα πιο ευέλικτα.  Θα συγκρατήσουν τον πληθυσμό τουλάχιστον σε κεντρικούς οικισμούς. Θα ασχοληθούν με την αγροτική ανάπτυξη και τον τουρισμό, ο οποίος αποτελεί τον κυρίαρχο κλάδο παραγωγής και την μεγαλύτερη πηγή εσόδων .  Θα πιέσουν για την προώθηση του άξονα βορά – νότου,  που αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξή τους και προσδοκία δεκαετιών. 
Η συνεργασία των δήμων είναι αναγκαία για την επίλυση των κοινών θεμάτων και αυτό πιστεύω ότι θα επιτευχθεί με τον διάλογο. Και αναγκαστικά θα υπάρξει διάλογος διότι τώρα θα υπάρξουν και τα υποκείμενα του διαλόγου. Πρώτα ο δήμαρχος του ενιαίου δήμου διαλέγονταν με τον εαυτό του.
Τέλος η ασφαλής προφητεία συνίσταται στο ότι  μετά από μικρό χρονικό διάστημα από την εκλογή των νέων δημοτικών αρχών, η αδυναμία του κεντρικού δήμου να ανταποκριθεί στις ανάγκες των κατοίκων της περιφέρειάς του , σε συνδυασμό με τη σχετική επιτυχή λειτουργία των δύο άλλων περιφερειακών δήμων,  θα αναγκάσουν  τους κατοίκους των πρώην `` Καποδιστριακών ΄΄  δήμων  να ζητήσουν και αυτοί τη διάσπαση και να δημιουργήσουν έναν τέταρτο δήμο .  Αφήνω ανοικτό το θέμα του ονόματος  
                                                                                Σπύρος Γουναρόπουλος
Νομικός – Σύμβουλος Ανάπτυξης
 
Υστερόγραφο :  προς αποφυγή  προφανούς υποψίας ,
δηλώνω ότι δεν θα είμαι υποψήφιος σε κανένα συνδυασμό κανενός δήμου