Μακεδονικές Ιστορικές και Ηθικές Προκλήσεις

Το 1937, η σπουδαία συγγραφεύς και προγιαγιά του κ. Αντώνη Σαμαρά, Πηνελόπη Δέλτα, έγραφε στα «Μυστικά του Βάλτου»:

19
Ιουνίου / 2018

«Κράμα όλων των βαλκανικών εθνοτήτων τότε (αρχές 20ου αι.) η Μακεδονία. Έλληνες, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Αλβανοί, χριστιανοί και μουσουλμάνοι ζούσαν φύρδην-μίγδην κάτω από τον βαρύ ζυγό των Τούρκων. Η γλώσσα, μακεδονίτικη, κράμα από σλαβικά και ελληνικά, ανακατωμένα με λέξεις τούρκικες.»
Το 1959, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, υπουργός Εξωτερικών τότε,  δήλωνε από του βήματος της Ελληνικής Βουλής: «Τα ντόπια της Ελληνικής Μακεδονίας δεν είναι η μακεδονική γλώσσα. Η μακεδονική γλώσσα ομιλείται εις τα Σκόπια και έχει και γραμματικήν και συντακτικόν… Κατά ποίαν λογικήν θα ηθέλατε η ελληνική κυβέρνησις να είπη εις την γιουγκοσλαβικήν, δια μίαν γλώσσαν, την οποίαν το σύνταγμά της έχει μεταξύ των επισήμων γλωσσών, ότι εγώ θέλω να την καταργήσετε; Είναι ωσάν να είπωμεν ότι πρέπει να καταργηθή το σύνταγμά της.» Απαντώντας δε σε αντιδρώντες κεντρώους βουλευτές, υπενθύμισε ότι όλα αυτά τα περί ξεχωριστής «μακεδονικής» γλώσσας και εθνότητας είχαν ήδη γίνει αποδεκτά από την χώρα μας όταν σ’ αυτήν κυβερνούσε το Κέντρο.
Το 1991, 16 Δεκεμβρίου, στις Βρυξέλες, ο Αντώνης Σαμαράς, ως υπουργός Εξωτερικών, έχει μπροστά του μοναδική ευκαιρία να απορρίψει τις αιτιάσεις των βορείων γειτόνων περί «μακεδονικού» ονόματος, γλώσσας και εθνότητας. Έχει απέναντί του τον Γερμανό ομόλογό του, Ντίτριχ Γκένσερ, ο οποίος επείγεται και ανοσιουργεί εκβιάζοντας την εσπευσμένη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Ο Έλλην υπουργός έχει ρητή εντολή Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να μην συναινέσει στην διάλυση (την οποία ούτε οι Αμερικανοί επιθυμούν τότε). Ο Σαμαράς συνυπογράφει την διάλυση ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, την μεγαλύτερη διεθνή παρανομία μεταπολεμικώς, αρκούμενος σε έναν έσχατο αστερίσκο που όριζε σε δυο μόνον γραμμές ότι τα υπό αναγνώριση νέα κράτη θα επιλέξουν όνομα που δεν θα θίγει γειτονικά κράτη. Ουδεμία σαφής αναφορά σε γλώσσα και εθνότητα. Το 1992, η επιτροπή Μπατεντέρ (στην οποία ο κ. Σαμαράς έχει ξεχάσει να ορίσει Έλληνα εκπρόσωπο) απεφάνθη ότι μια σύνθετη ονομασία (με «Μακεδονία») δεν συνιστά εμπόδιο στην επίσημη αναγνώριση.
Ο κ. Τσίπρας επέτυχε προχθές έναν εθνικώς αξιοπρεπή συμβιβασμό με τον κ. Ζάεφ. Όσοι, 25 χρόνια μετά το ανοσιούργημα Σαμαρά, διαφωνούν με αυτήν την εκτίμηση, ας αναλογισθούν την αντίθετη εκδοχή της παγίωσης της σκέτης «Μακεδονίας», του αλυτρωτισμού και της Τουρκικής άλωσης των Σκοπίων στα επόμενα 25 ή 50 χρόνια. Ελέγχεται όμως δημοκρατικώς ο κ. Τσίπρας για την παράλειψη να ζητήσει σύσκεψη πολιτικών αρχηγών πριν την έναρξη των διαπραγματεύσεων. Στην σύσκεψη αυτή, και πριν βγει στα βουνά ο Μίκης με τον Άδωνη, θα έθετε την πλατφόρμα Καραμανλή-Μπακογιάννη 2008 και θα επετύγχανε την μέγιστη δυνατή συναίνεση, απομονώνοντας τα άκρα. Οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση της αντιπολίτευσης θα ήταν ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο έναντι του ομολόγου του της π.Γ.Δ. της Μακεδονίας. Ακολούθως, και κατά τα ειωθότα των δημοκρατικών ηγετών, όχι μόνον ώφειλε ο Έλλην πρωθυπουργός να φέρει, αμέσως μετά το τέλος των διαπραγματεύσεων, την συμφωνία στην Βουλή, αλλά και στον λαό δια δημοψηφίσματος. Και, βεβαίως, να σεβασθεί το όποιο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
Υπάρχει, όμως, δίπλα σε όλες αυτές τις ιστορικές αλήθειες και εκτιμήσεις, ένα λεπτό ζήτημα που δεν εμπίπτει στην σφαίρα των πολιτικών σχέσεων αλλά στην σφαίρα των στοιχειωδών σχέσεων τιμής μεταξύ ανθρώπων. Όταν είσαι πρωθυπουργός χάρη σε ένα σύμμαχο που θέτει ως θέμα τιμής την Ελληνική αποκλειστικότητα του ονόματος «Μακεδονία», τιμάς πάνω από όλα την τιμή του συμμάχου σου. Άλλως, τον ατιμάζεις και μαζί με αυτόν ατιμάζεσαι και εσύ.
Υστερόγραφο υπομνήσεων: Ο κ. Κουτσούμπας, που μίλησε χθες για συνεχιζόμενο αλυτρωτισμό των Σκοπίων, ξεχνά πως αποκαθιστώντας το ΚΚΕ προσφάτως τον Ζαχαριάδη αποκατέστησε και την 5η Ολομέλεια του 1949, που αναφερόμενη ρητώς σε «ελληνικό» και ξεχωριστό «μακεδονικό» λαό προέβλεπε αυτοδιάθεση των Σλαβομακεδόνων. Η κ. Γεννηματά, από την άλλη, ξέχασε τις ατελέσφορες και καιροσκοπικές (και κερδοσκοπικές!) πολιτικές εμπάργκο του Ανδρέα Παπανδρέου και προσχώρησε εσχάτως στις πιο μαξιμαλιστικές εθνικιστικές θέσεις. Ο δε κ. Λεβέντης, με τους κατά περίπτωση χαρακτηρισμούς του περί προδοτών και ανωμάλων, μας θυμίζει κάθε φορά πώς μια αθώα γραφικότητα μπορεί εύκολα να εκτροχιάζεται σε εκφασισμένο λόγο. Όσο, τέλος, για το κόμμα του ανοιχτού φασισμού, αυτό δεν είναι παρά η λογική προέκταση των πιο παράλογων καθημερινών συμπεριφορών μας και ως τέτοιο πρέπει να το αντιμετωπίζουμε, για να κρίνουμε αυστηρότερα και τους ίδιους τους εαυτούς μας.

Υστερόγραφο προς επιλήσμονα κ. Σαμαρά: Ο κ. Σαμαράς ανακριβώς είπε χθες στην ομιλία του στην Βουλή ότι η Επιτροπή  Μπαντεντέρ (στην οποία είχε ο ίδιος λησμονήσει να ορίσει Έλληνα εκπρόσωπο) δεν ασχολήθηκε με το Μακεδονικό. Η «Διαιτητική Επιτροπή για την Γιουγκοσλαβία» (Επιτροπή Μπαντεντέρ) λειτούργησε από το 1991 έως το 1993 και εξέδωσε 10 γνωμοδοτήσεις για τα νέα κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Η 6η γνωμοδότηση (11/1/1992)  λέει επί λέξει: «…Η Διαιτητική Επιτροπή συνεπώς είναι της γνώμης: 1) ότι η Δημοκρατία της Μακεδονίας ικανοποιεί τα κριτήρια των Κατευθυντηρίων Γραμμών για την Αναγνώριση Νέων Κρατών…, 2) ότι η Δημοκρατία της Μακεδονίας, επιπλέον, έχει αποκηρύξει όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις κάθε είδους, με αδιαμφισβήτητες, δεσμευτικές δηλώσεις διεθνούς δικαίου, 3) ότι η χρήση του ονόματος “Μακεδονία” δεν μπορεί συνεπώς να υποβάλει καμία  εδαφική διεκδίκηση εναντίον άλλου κράτους.» Εξ άλλου, η καταδίκη μας στην Χάγη το 2011 βασίσθηκε και σ’ αυτή την γνωμοδότηση.

Κώστας Βέργος