Σπύρος Σουρτζίνος, συνεχιστής μιας μεγάλης παράδοσης

Γράφει η Δώρα Μαρκάτου*

30
Μαρτίου / 2018

Η ακόλουθη κριτική γράφτηκε,  με αφορμή την ατομική έκθεση του Σπύρου Σουρτζίνου στην αίθουσα τέχνης DADΑ το 1989, από  τη Δώρα  Μαρκάτου, σήμερα τ. αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είχε σταλεί τότε σε γνωστό περιοδικό για δημοσίευση. Ίσως, ενώ το κείμενο περίμενε τη σειρά του, λόγω πληθώρας ύλης του περιοδικού, κάποιος δαίμονας το εμπόδισε να δημοσιευτεί. Βέβαια, εδώ έχει ευθύνη και ο ζωγράφος που, λόγω χαρακτήρος, δεν θέλησε να αποταθεί στο περιοδικό. Ψάχνοντας πρόσφατα στο αρχείο του, καθώς προετοιμάζεται για αναδρομική έκθεση στη Δημοτική Πινακοθήκη Κέρκυρας, βρήκε το χειρόγραφο της καθηγήτριας Δώρας Μαρκάτου  και το έδωσε για δημοσίευση. 


Στην αίθουσα τέχνης Dada, από 25 Οκτωβρίου μέχρι 13 Νοεμβρίου 1989, παρουσίασε την πρόσφατη δουλειά του ο Κερκυραίος ζωγράφος, Σπύρος Σουρτζίνος. Μαθητής του Άγγελου Κόντη και του Νίκου Ζερβού στην Καλλιτεχνική Σχολή της Κέρκυρας και πτυχιούχος συντηρητής έργων τέχνης, εργάζεται στο Βυζαντινό Μουσείο Αντιβουνιώτισσας στην ίδια πόλη και παράλληλα ζωγραφίζει, υπηρετώντας αποκλειστικά την υδατογραφία. Από το 1974 δίνει τακτικά το παρόν του στην καλλιτεχνική ζωή της χώρας με ατομικές εκθέσεις και συμμετέχοντας σε ομαδικές, που έχουν πραγματοποιηθεί στην Κέρκυρα, στην Αθήνα, στην Πάτρα. Ως υδατογράφος συνεχίζει κι ανανεώνει την παράδοση του νησιού του σ’ αυτό το είδος, που το λάμπρυναν δεξιοτέχνες όπως ο Βικέντιος Μποκατσιάμπης και ο Άγγελος Γιαλλινάς. Έχει γνωρίσει το έργο του Γιώργου Μπουζιάνη αλλά και του Άγγλου Turner και φυσικά έχει οικειωθεί με το έργο όλων των παλαιότερων Κερκυραίων υδατογράφων και τοπιογράφων. Έτσι αναπόφευκτα η μνήμη του είναι φορτισμένη απ’ τη βαρειά αυτή κληρονομιά που τον επηρέασε στις πρώτες του προσπάθειες. Άλλωστε ο ίδιος ζει μέσα στο ίδιο τοπίο και δέχεται τα ίδια ερεθίσματα μ’ εκείνους, ώστε η παράδοση δεν είναι γι’ αυτόν κάτι απόμακρο αλλά ζωντανή πραγματικότητα.

Σταδιακά, ο Σπύρος Σουρτζίνος ελευθερώθηκε από την επίδραση της τεχνικής και της τεχνοτροπίας των παλαιότερων Κερκυραίων ομοτέχνων του και διαμόρφωσε το προσωπικό του μορφοπλαστικό ιδίωμα, απλουστεύοντας τη φόρμα και εφαρμόζοντας μια δική του τεχνική: ζωγραφίζει πάνω σε βρεγμένο χαρτί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να γίνεται η πινελιά ενιαία∙ το βρεγμένο χαρτί βοηθάει να ενωθεί το χρώμα, να μπει ο ένας τόνος μέσα στον άλλο και με τις ήρεμες διαβαθμίσεις τους ο πίνακας αποκτά μουσική αρμονία. Κατορθώνει έτσι ο ζωγράφος ν’ αποδώσει επίσης την ατμόσφαιρα και μάλιστα εκείνη την υγρή ατμόσφαιρα της κερκυραϊκής φύσης, την οποία προτιμά να ζωγραφίζει τα πρωινά, όταν η υγρασία τυλίγει τα πάντα και το φως φιλτράρεται μέσα απ’ αυτή.

Η υδατογραφία, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είδος ζωγραφικής, απαιτεί δεξιοτεχνία και τεχνική πληρότητα του ζωγράφου, αφού δεν είναι δυνατό να επέμβει ο καλλιτέχνης εκ των υστέρων και να διορθώσει κάτι. Αν, λοιπόν, στη συνήθη τεχνική της υδατογραφίας απαιτείται μελετημένο σχέδιο, ταχύτητα και σταθερές χειρονομίες στην εκτέλεση, αυτό ισχύει πολύ περισσότερο στην περίπτωση που ο καλλιτέχνης πρέπει να ολοκληρώσει τις προθέσεις του, πριν στεγνώσει το βρεγμένο χαρτί. Σ’ αυτό το δύσκολο είδος και με τη δύσκολη τεχνική που υιοθέτησε, κατορθώνει ο Σπύρος Σουρτζίνος να δώσει αξιόλογα έργα με έμφαση στην απόδοση του ατμοσφαιρικού.

Τα θέματά του είναι εικόνες από το φυσικό περιβάλλον της Κέρκυρας: συστάδες φυτών και καταπράσινα τοπία, χωριά που αναδύονται μαλακά μέσα από το πράσινο, θαλασσινά τοπία και πλεούμενα κάθε είδους και, σπανιότερα, επιτραπέζια θέματα.

Η ιδιαίτερη προσοχή του ζωγράφου στρέφεται στο σχέδιο, που είναι απαραίτητο στην υδατογραφία. Προτιμά ένα σχέδιο παραστατικό, σχεδόν ακαδημαϊκό, όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος, που το απλουστεύει κατά τη διαδικασία της δουλειάς του, φθάνοντας κάθε φορά σ’ ένα αποτέλεσμα που είναι πάντα πιο ελεύθερο από όσο αρχικά είχε προβλέψει. Η κλασική του διάθεση φαίνεται στη σύνθεση, ιδιαίτερα σε μερικά από τα θαλασσινά του τοπία, τα οποία ανακαλούν συνειρμούς από ακρογιάλια των παλαιότερων θαλασσογράφων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ζωγράφος ακολουθεί συγκεκριμένα πρότυπα. Τα γκριζοπράσινα χρώματα που προτιμάει είναι εκείνα που κυριαρχούν τα πρωινά στην κερκυραϊκή φύση∙ σπάνια δίνουν τη θέση τους σε πιο φωτεινά κι ακόμη σπανιότερα μια ενεργητική ζωηρόχρωμη πινελιά διακόπτει την ηρεμία τους. Ό,τι γενικά χαρακτηρίζει τα έργα του δεν είναι η ρεαλιστική περιγραφή αλλά η αφαιρετική διάθεση και ο τονισμός του τυπικού, τα μαλακά αρμονικά σχήματα και ο ήρεμος ειδυλλιακός τόνος, η αίσθηση του ονειρικού και του φευγαλέου, η λυρική φωνή του συνόλου που εκφράζεται με ήπιους χαμηλούς τόνους και σπανιότερα με ενεργητικές αντιθέσεις των σχημάτων και των χρωμάτων.

Οι πίνακες του Σπύρου Σουρτζίνου είναι προϊόντα μεγάλης ευαισθησίας, που αντανακλούν τη γόνιμη επαφή του με το φυσικό περιβάλλον, ξεκουράζουν το μάτι του θεατή και του μεταδίδουν κάτι από την αίσθηση της ουσίας των πραγμάτων και της υγρής φύσης. Είναι η κατάθεση ενός σύγχρονου Κερκυραίου στην ερμηνεία ενός πλουσιοπάροχου ζωγραφικού τοπίου.


*τ. αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων