Πολιτική ρευστότητα και διοικητική ασυνέχεια

Γράφει ο Αλέκος Στογιάννος

13
Μαρτίου / 2018

Tο αίτημα μετασχηματισμού του ελληνικού κράτους κυριαρχεί στην πολιτική αντιπαράθεσηαπό τα μέσα της δεκαετίας του ’90, και τρεις τουλάχιστον κυβερνήσεις διαφορετικής πολιτικής προέλευσης (Σημίτης = εκσυγχρονισμός, Καραμανλής = επανίδρυση του κράτους, ΓΑΠ = ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε) έχουν εκλεγεί προβάλλοντας ως κεντρικό προεκλογικό σύνθημα αυτήν ακριβώς την ανάγκη.
Παρότι άπαντες σχεδόν οι δημοσιολογούντες ανάγουν σε κεντρικό πρόβλημα την απαίτηση αντιμετώπισης του πελατειακού συστήματος, ένα άλλο εξίσου σοβαρό - αν όχι σοβαρότερο - πρόβλημα,  το οποίο διαφοροποιεί τη χώρα μας από άλλες ευρωπαϊκές, είναι η ασυνέχεια του κράτους, δηλαδή η άρνηση αξιοποίησηςτου συντελεσθέντος από προηγούμενες πολιτικές αρχές έργου, στο πλαίσιο ενός ευρέως αποδεκτού σχεδιασμού, ο οποίος δε θα κινδυνεύει να ανατραπεί σε ενδεχόμενη πολιτική μεταβολή.

Από το πρόσφατο παρελθόν μπορεί γίνει επίκληση άπειρων τέτοιων παραδειγμάτων, όπως είναι λ.χ. οιαλλεπάλληλες αλλαγές στη δομή της κυβερνητικής δομής (υπουργεία δημιουργούνται και καταργούνται με απίστευτη ευκολία),οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις (με συνέπεια μαθητές και εκπαιδευτικοί να χάνουν κάθε δύο – τρία χρόνια τη γη κάτω από τα πόδια τους) ήοι διαδοχικές φορολογικές αλλαγές (λόγω των οποίων ουδείς γνωρίζει τι θα ξημερώσει την επαύριον).
Σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, η πορεία των πραγμάτων έχει δείξει ότι η αναστροφή δρομολογημένων παρεμβάσεων προκαλεί συνήθως μεγάλη οικονομική αιμορραγία, διοικητικές επιπλοκές και – το σπουδαιότερο όλων - μία στασιμότητα στη διαχείριση σημαντικών θεμάτων, τα οποία εξελίσσονται σε λιμνάζοντα, αενάως συζητούμενακαι μη επιλυόμενα προβλήματα. Το πλέον επικίνδυνο είναι, όμως, η αποδοχή της στασιμότητας ως κατάστασης κανονικότητας, μίας κατάστασης την οποία επιβάλλουν όσες κοινωνικές δυνάμεις εμφορούνται από ιδιοτέλεια είτε εμφανίζουν τεχνοκρατική ανεπάρκεια.

Βεβαίως, η διοικητική και διαχειριστική ασυνέχεια συνδέεται άρρηκτα με μία ιδιάζουσα πολιτική ρευστότητα, καθώς στην Ελλάδα της Πλατείας Κλαυθμώνοςελάχιστα αναπτύχθηκε η κουλτούρα της συνέχειας. Αντιθέτως οι νεοεκλεγείσες εθνικές και τοπικέςαρχές φρόντιζαν διαχρονικά  - εκτός από το βόλεμα της ημέτερης εκλογικής βάσης – για την συστηματική αποδόμηση του όποιου έργου των προηγουμένων.

Η επικληθείσα πολιτική ρευστότητα τεκμηριώνεται σε βάθος χρόνου, αν ρίξει κανείς μία ματιά στους αριθμούς.Στα 196 χρόνια που έχουν περάσει από τη δημιουργία της πρώτης ελληνικής Προσωρινής Διοίκησης, έχουν ορκιστεί 216 κυβερνήσεις, δηλ. κατά μ.ο. μία κυβέρνηση κάθε 11 μήνεςπερίπου, ενώ έχουν συντελεστεί 10 πολιτειακές μεταβολές. Ακόμα και κατά την περίοδο της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, μία 45ετία περίπου, κατά την οποία ο τόπος γνώρισε περίοδο πολιτειακής ομαλότητας, η χώρα απέκτησε 20 διαφορετικές κυβερνήσεις, ενώ θα έπρεπε (βάσει της προβλεπόμενης τετραετούς κυβερνητικής θητείας) να είχαν περάσει περίπου 11.Χωρίς στα παραπάνω να συνυπολογίζονται οι πολυάριθμοι ανασχηματισμοί, οι αναδομήσεις και οι αλλαγές πολιτικών γραμμών κλπ.

Το πλέον ανησυχητικό κι επιβαρυντικό της όλης κατάστασης είναι ότι η περιγραφείσαπολιτική ρευστότηταεντοπίζεται πλέον και στην εσωτερική λειτουργία των περισσότερων πολιτικών οργανισμών, οι οποίοι εμφανώς στερούνται ψυχικής συνοχής και ενιαίου πολιτικού οράματος. Με βάση αυτή την παραδοχή, η ανάγκη απεγκλωβισμού της διοικητικής μηχανής από τον πολιτικό εναγκαλισμό καθίσταταιεπιτακτική, σε εθνικό αλλά και τοπικό επίπεδο.


Αλέκος Στογιάννος